Bullying: Η συμπεριφορά που πάντοτε υπήρχε και έγινε επίκαιρη (Συνέντευξη της Μανουσίας Κυπραίου)

Η συσσωρευμένη οργή από την βίαιη διαπαιδαγώγηση και την εκφοβιστική συμπεριφορά αποτελεί ένα διαγενεακό τραύμα. Δύσκολα μπορεί ο εκφοβισμός να χαρακτηριστεί δημιούργημα της εποχής μας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η κυρία Μανουσία Κυπραίου, απαντά σε καίρια ερωτήματα.

– Ο εκφοβισμός είναι μια συμπεριφορά η οποία υποθέτω ότι προϋπήρχε από την αρχαιότητα. Επιστημονικά θα το επιβεβαιώνατε αυτό;

Ο εκφοβισμός ως έκφραση βίαιης συμπεριφοράς εμφανίστηκε από τη στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να οργανώνονται σε κοινωνίες. Η επιθετική συμπεριφορά με οποιαδήποτε μορφή και αν εκδηλωθεί, σωματική, συναισθηματική/ψυχολογική, σεξουαλική, δεν αποτελεί αποκλειστικό φαινόμενο των σύγχρονων κοινωνιών. Σε όλες τις ιστορικές περιόδους, στην αρχαιότητα, στον μεσαίωνα, στην αναγέννηση, κλπ, οι άνθρωποι βίωναν καθημερινά εκφοβισμό. Χαρακτηριστικό είναι ότι η βίαιη και εκφοβιστική συμπεριφορά απέναντι σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως για παράδειγμα στις γυναίκες και στα παιδιά, χρησιμοποιούνταν μέχρι και πρόσφατα ως μέσο πειθαρχίας, διαπαιδαγώγησης και υποταγής τους. Ο ξυλοδαρμός για πολλές δεκαετίες αποτελούσε το πιο συνηθισμένο και δραστικό μέτρο συνέτισης από τους γονείς ή το δάσκαλο. Άλλωστε η έκφραση «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος» στέφτηκε με δάφνες και απενοχοποίησε για πολλά χρόνια ενήλικες και γονείς. Οι αναπαραστάσεις των παιδιών από τις συμπεριφορές ενήλικων για την επιβολή της κυριαρχίας βασιζόταν διαχρονικά στην δύναμη του ισχυρότερου έναντι του αδύνατου.

Οι αιματηρές και καταστρεπτικές συνέπειες του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου οδήγησαν την ανθρωπότητα στην αναθεώρηση της στάσης τους απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην αξιοπρέπεια της ζωής. Άρχισε να αναγνωρίζεται πως όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην ζωή, την ελευθερία, την ισότητα και την ασφάλεια. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, πολύ αργότερα όμως, ήρθε στην επιφάνεια ένα “παραγκωνισμένο” πεδίο δικαιωμάτων, αυτό των παιδιών. Δεν είναι τυχαίο πως ορισμένοι  γονείς ακόμα και στις μέρες μας βιαιοπραγούν εις βάρος ανηλίκων, θεωρώντας ότι το παιδί τους είναι ιδιοκτησία τους και έχουν κάθε δικαίωμα να του συμπεριφέρονται και να το διαπαιδαγωγούν όπως εκείνοι επιθυμούν.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η συσσωρευμένη οργή από την βίαιη διαπαιδαγώγηση και την εκφοβιστική συμπεριφορά αποτελεί ένα διαγενεακό τραύμα και ότι δύσκολα μπορεί ο εκφοβισμός να χαρακτηριστεί δημιούργημα της εποχής μας.

– Ποια είναι η αιτία ή οι αιτίες που κάνουν έναν άνθρωπο να συμπεριφέρεται έτσι σε κάποιον συνάνθρωπο του ή στο περιβάλλον του γενικότερα;

Ο εκφοβισμός είναι εξαιρετικά πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Οι αιτίες του είναι ένας συνδυασμός ψυχολογικών και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Η οικογένεια πολύ συχνά αποτελεί γενεσιουργό αιτία του εκφοβισμού. Άλλωστε ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως μέλη μιας κοινωνίας, δεν μπορεί να μην συνδέεται με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μέσα στην οικογένεια. Οι δυσλειτουργικές σχέσεις ανάμεσα στους  γονείς αντανακλούν στις σχέσεις που αναπτύσσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας με τους συνανθρώπους τους και με το εξωτερικό περιβάλλον. Ειδικότερα,  τα παιδιά μιμούνται τους γονείς – άλλωστε είναι το πρωταρχικό δίχτυ προστασίας που γνωρίζουν – με αποτέλεσμα να εξωτερικεύουν συχνά την πολύμορφη επιθετικότητα που υφίστανται μέσα στην οικογένεια  με την ταπεινωτική μεταχείριση άλλων παιδιών. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι τα παιδιά εσωτερικεύουν από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους  τον τρόπο που τους συμπεριφέρονται οι γονείς τους. Έτσι από την πρώιμη ηλικία πολλά παιδιά μαθαίνουν ότι ο εκφοβισμός είναι ένας εύκολος και αποτελεσματικός τρόπος να επιβληθούν στον άλλο, να αποκτήσουν αυτό που θέλουν και αυτό που θέλουν τα παιδιά είναι να νιώθουν σημαντικά, ξεχωριστά.

Η επιθετική ή αυταρχική συμπεριφορά που δέχεται κάποιος μέσα στην οικογένεια μπορεί να τον οδηγήσει (κυρίως τα παιδιά και τους έφηβους) στην εκδήλωση, με την σειρά του, μιας παρόμοιας συμπεριφοράς απέναντι στους άλλους, κυρίως τους πιο αδύναμους. Η συμπεριφορά αυτή του θύματος που στην συνέχεια γίνεται θύτης ενδεχομένως να αποτελεί έναν τρόπο να επουλώσει το ναρκισσιστικό του πλήγμα, δηλαδή να τον κάνει να νιώθει πιο ισχυρός.

Το ίδιο το σχολείο επίσης μπορεί να καλλιεργήσει επιθετικές και εκφοβιστικές συμπεριφορές όταν αναπαράγει στερεοτυπικά κοινωνικά πρότυπα, δεν προασπίζει την διαφορετικότητα από όπου και αν προέρχεται αυτή, πολιτισμική, φυλετική κα. Επίσης, το σχολείο μπορεί να ενισχύσει ή να προκαλέσει προβλήματα αυτοπεποίθησης στα παιδιά με το να τα αξιολογεί όλα με τον ίδιο τρόπο, χωρίς να τους επιτρέπει να αναπτύξουν τις ιδιαίτερες κλίσεις και δυνατότητες τους και να εκφράσουν την δημιουργικότητα τους. Συχνά παιδιά με χαμηλές σχολικές επιδόσεις εκδηλώνουν επιθετικές, προσβλητικές συμπεριφορές απέναντι σε συμμαθητές τους με καλύτερες επιδόσεις.

Οι δυσμενείς οικονομικοκοινωνικές συνθήκες (ανεργία, αποκλεισμός, φτώχεια, ανισότητα) αυξάνουν τον κίνδυνο να εμφανίσουν τα άτομα επιθετικές και βίαιες συμπεριφορές, και γενικότερα προβλήματα ψυχικής υγείας. Οι νέοι  δεν περνούν την κρίση αλώβητοι, καθώς βλέπουν με έντονο άγχος το μέλλον. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι συχνά οι βίαιες συμπεριφορές είναι ένα επώδυνο αδιέξοδο, σε μια κοινωνία που δεν παρέχει ασφάλεια, ισότητα και ίσες ευκαιρίες στα μέλη της.

Τα αρνητικά πρότυπα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ και που κυριαρχούν στο διαδίκτυο εντείνουν τις επιθετικές συμπεριφορές και μάλιστα όταν προβάλλουν πρότυπα που τα άτομα δεν μπορούν ή και δεν έχουν τα μέσα να ανταποκριθούν σε αυτά.

Η έλλειψη εξοικείωσης των ανθρώπων με το διαφορετικό,  όχι μόνο μέσα από το σχολείο, αλλά και από το οικείο περιβάλλον μπορεί και αυτή να συμβάλλει αρνητικά στο πρόβλημα. Όταν το διαφορετικό ερμηνεύεται ως  εχθρικό τότε η διαφορετικότητα άλλων ατόμων ως προς το φύλο τους, τη θρησκεία, την εθνικότητα, το σεξουαλικό προσανατολισμό, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους κα, δεν γίνεται αποδεκτή και αποτελεί πηγή επιθετικής συμπεριφοράς. Αν για παράδειγμα, οι γονείς έχουν απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι σε άτομα με διαφορετικά χαρακτηριστικά τότε είναι πιθανόν και τα παιδιά τους να υιοθετήσουν την ίδια στάση.

– Ποια μπορεί να είναι τα αποτελέσματα του εκφοβισμού στην ψυχή του αποδέκτη;

Οι συνέπειες του εκφοβισμού για τα θύματα είναι σωματικές και ψυχικές. Τα άτομα που υφίστανται εκφοβισμό αναπτύσσουν το αίσθημα της αναξιότητας, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, φόβο, ντροπή, καθώς και αντικοινωνική συμπεριφορά ώστε να μην προκαλούν με την παρουσία τους. Το χαμηλό προφίλ που αναπτύσσει ένα άτομο προκειμένου να αντιμετωπίσει τον φόβο συχνά το κάνει πιο δεκτικό στον εκφοβισμό και έτσι συχνά δεν θα αντιδράσει ούτε θα γνωστοποιήσει ότι έχει πέσει θύμα εκφοβισμού. Το γεγονός ότι αποδέχεται το ρόλο του θύματος τον καθιστά τον ιδανικό αποδέκτη εκφοβισμού. Το δε αίσθημα κατωτερότητας ενισχύεται και κάνει το άτομο πιο εσωστρεφές με τάσεις απομόνωσης όταν νιώθει ότι το περιβάλλον δεν το υποστηρίζει.

Έχει παρατηρηθεί ότι τα παιδιά που υφίστανται ψυχική ή σωματική βία στο σχολείο αναπτύσσουν ψυχικές διαταραχές όπως αγχώδεις διαταραχές, φοβίες, αίσθημα κατωτερότητας, αίσθημα μοναξιάς, μαθησιακά προβλήματα, διαταραχές ύπνου, διατροφικές διαταραχές κ.ά.. Πολλές φορές το παιδί βιώνει αντικρουόμενα συναισθήματα δηλαδή θυμό προς τους γονείς, εκπαιδευτικούς και συμμαθητές καθώς δεν το υπερασπίζουν και από την άλλη ενοχές  γιατί ευθύνεται το ίδιο για τον εκφοβισμό που δέχεται. Αντιδράσεις συνομηλίκων όπως το γέλιο ή η αδιαφορία και η απραξία ενισχύουν τη μοναξιά του παιδιού και το αίσθημα κατωτερότητας ενώ επιβεβαιώνουν την πράξη του παιδιού που εκφοβίζει.

Πολλά παιδιά δεν αποκαλύπτουν στους γονείς τον εκφοβισμό που δέχονται γιατί φοβούνται ότι θα απογοητεύσουν τους γονείς ως αδύναμα παιδιά που «τις τρώνε». Απόρροια του συναισθήματος του θυμού και της ντροπής είναι  το συναίσθημα ενοχής ότι τα ίδια τα παιδιά φταίνε με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτουν τι τους συμβαίνει και να οδηγούνται σε συναισθηματική απομόνωση.

-Σε ποιο περιβάλλον μπορεί κανείς να πει ότι συναντά πιο συχνά φαινόμενα εκφοβισμού;

Τον  εκφοβισμό τον συναντάμε σε όλα τα κοινωνικά περιβάλλοντα, στην οικογένεια, στο σχολείο, στην εργασία, στις κοινωνικές συναναστροφές, στο διαδίκτυο. Ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία του στο σχολικό περιβάλλον. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τρία στα δέκα παιδιά έχουν πέσει θύμα σχολικού εκφοβισμού στο Γυμνάσιο και  στο Λύκειο, με το συντριπτικό ποσοστό των εμπλεκόμενων να είναι αγόρια. Στο σχολείο συναντάμε σε μεγαλύτερη συχνότητα τον λεκτικό εκφοβισμό, ο οποίος αναφέρεται στην εξύβριση και την κοροϊδία, μετά τον σωματικό εκφοβισμό, ο οποίος περιλαμβάνει χτυπήματα και σπρωξίματα, καθώς και τον κοινωνικό εκφοβισμό, δηλ. την απομόνωση των μαθητών από την υπόλοιπη τάξη. Ένα παιδί για να μπορέσει να γίνει αποδεκτό από την «σχολική κοινωνία» πρέπει να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένα πρότυπα,  να ειναι καλός μαθητής, δημοφιλής κ.ά. προκειμένου να έχει το αίσθημα του ανήκειν. Αν δεν καταφέρει ή αν δεν το επιθυμεί είτε θα απομονωθεί από το σύνολο είτε θα επιτεθεί στο σύνολο αυτό. Σημαντικό είναι να αναφέρουμε ότι ακόμα και σήμερα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, πολλοί  εκπαιδευτικοί έχουν περιορισμένες γνώσεις γύρω από το σχολικό εκφοβισμό και δεν γνωρίζουν πως μπορούν να τον αντιμετωπίσουν.

Σε έξαρση βρίσκεται σήμερα και ο διαδικτυακός εκφοβισμός (cyberbullying). Ο διαδικτυακός εκφοβισμός παίρνει πολλές μορφές όπως απειλητικά μηνύματα, βίντεο εκφοβισμού, εκφοβισμός σε  chat room. Οι έρευνες έχουν αποδείξει ότι επτά στους δέκα νέους, ηλικίας 13 έως 22 ετών, έχουν πέσει θύμα εκφοβισμού στο διαδίκτυο. Επίσης, υπάρχει σύνδεση του εθισμού στο διαδίκτυο και τα video games με την επιθετική συμπεριφορά.

-Αν ο άνθρωπος από τη στιγμή που αρχίζει να κατανοεί το περιβάλλον γύρω του, δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, έχει γαλουχηθεί με σωστές συμβουλές, θεωρείτε ότι στην πορεία της ζωής του σε όποιο τομέα κι αν του ασκηθεί εκφοβισμός θα μπορέσει να τον επηρεάσει ψυχικά;

Σίγουρα ένα υγιές και λειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα άτομο αποτελεί ένα σημαντικό ανάχωμα όχι μόνο για την μη ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς αλλά και ένα σημαντικό εφόδιο για την καλύτερη αντιμετώπιση της. Το οικογενειακό σύστημα διαδραματίζει έναν από τους σημαντικότερους ρόλους στην κοινωνικοποίηση του ατόμου, στην εκμάθηση συμπεριφορών, κανόνων και μορφών συμπεριφοράς, αξιών, στάσεων, πεποιθήσεων, σεβασμού απέναντι στον άλλο και στον εαυτό του. Ωστόσο, ένα άτομο δεν δέχεται επιρροές μόνο από την οικογένεια, όπως ήδη ανέφερα δέχεται και από το σχολείο, τις παρέες, τα ΜΜΕ, το διαδίκτυο, γενικότερα από τις αλληλοεπιδράσεις του μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η άσκηση οποιασδήποτε μορφής εκφοβισμού, δεν θα τον επηρεάσει ψυχικά, ενδεχομένως  θα του δημιουργήσει το αίσθημα της αδικίας, λύπης, θυμού, θα κλονίσει την αυτοπεποίθησή του.  Όμως, οι στέρεες βάσεις από την παιδική ηλικία θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ενισχυτικά ώστε να διαχειριστεί καταλληλότερα και να αντιδράσει αποτελεσματικότερα, σε οποιαδήποτε απόπειρα εκφοβισμού του ασκηθεί.   Έτσι, ένα παιδί ή ένας ενήλικας που έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον ασφάλειας, αποδοχής, σεβασμού τον ορίων θα έχει την δύναμη ακόμα και αν το εκφοβίσουν να αντιδράσει, να μιλήσει και να ζητήσει βοήθεια.

-Πιστεύετε ότι υπάρχει bullying μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον;

Κατά τη γνώμη μου ναι είναι δυνατόν να υπάρχει εκφοβισμός μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, τόσο στη σχέση μεταξύ των γονέων, όσο και στη σχέση μεταξύ των γονιών και των παιδιών ή και στις αδελφικές σχέσεις. Θα έλεγα ότι ο εκφοβισμός εντός της οικογένειας συμπεριλαμβάνεται στην ενδοοικογενειακή βία. Ο περιορισμένος χρόνος των γονιών με τα παιδιά τους, που αναγκάζονται να εργάζονται πολλές ώρες,  η έλλειψη επικοινωνίας, οι δυσλειτουργικές σχέσεις των γονιών, οι ταχύτατες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές, που δεν  προλαβαίνουν να αφομοιωθούν από τα άτομα είναι κάποιες από τις αιτίες που ευνοούν την εμφάνιση του εκφοβισμού μέσα στην οικογένεια.

Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να είναι βαθιά συντηρητική. Το οικογενειακό πεδίο  μέχρι και σήμερα συχνά θεωρείται ιερό άβατο και γείτονες, συγγενείς και  πολίτες της κοινότητας θεωρούν εσφαλμένα ότι τα περιστατικά βίας είναι οικογενειακή υπόθεση και δεν παρεμβαίνουν. Θα έλεγα ότι σε αρκετές περιπτώσεις ούτε η πολιτεία με τους επίσημους φορείς της παρεμβαίνει προληπτικά ή θεραπευτικά. Δεν είναι άλλωστε τυχαία τα πρόσφατα περιστατικά που πάγωσαν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, όπως το παράδειγμα του νεαρού πατροκτόνου που εκφοβιζόταν και κακοποιούνταν από τον πατέρα του  ή οι φρικαλεότητες της σεξουαλικής βίας του ζευγαριού στην Λέρο που κακοποιούσαν σεξουαλικά τα ανήλικα παιδιά τους που πολλοί γνώριζαν αλλά κανείς δεν είχε παρέμβει.

– Ποιες είναι οι μορφές και τα είδη εκφοβισμού;

Ο εκφοβισμός εμφανίζεται με διάφορες μορφές όπως ο λεκτικός εκφοβισμός, ο κοινωνικός, συναισθηματικός, σωματικός, σεξουαλικός αλλά και ο διαδικτυακός εκφοβισμός. Γενικά, ο εκφοβισμός μπορεί να περιλαμβάνει άσκηση φυσικής βίας, αποκλεισμό από κοινωνικές δραστηριότητες, σεξουαλική παρενόχληση, απειλές, εκβιασμό, υβριστικές εκφράσεις για την καταγωγή, την κοινωνική θέση, κοροϊδία, διάδοση κακοηθών φημών μέχρι και το σύγχρονο  cyber-bullying δηλαδή χρήση ηλεκτρονικών μηνυμάτων, φωτογραφιών, βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και αποτελούν μέσο εκβιασμού και ταπεινώσεις των θυμάτων.

-Ο εκφοβισμός μπορεί να επηρεάσει όλες τις ηλικιακές ομάδες;

Φυσικά, διότι είναι μέρος της φύσης του ανθρώπου η επιθετική συμπεριφορά και η επικράτηση του δυνατότερου έναντι του αδύναμου. Απλά, ανάλογα με την εξέλιξη των κοινωνιών υιοθετούνται τακτικές και συμπεριφορές σύμφωνα με τις νέες τάσεις της εποχής . Για παράδειγμα παλιά στο σχολείο η «κοροϊδία» και το «ξύλο» ήταν ο εκφοβισμός της εποχής. Εκφοβισμός ήταν και ο αυταρχικός πατέρας ή μεγάλος αδελφός που έβριζε χτυπούσε την γυναίκα , τα παιδιά και τα αδέλφια του αντίστοιχα. Εκφοβισμός ήταν και ο νταής του σχολείου που έκλεβε τα μικρότερα παιδιά κλπ. Σήμερα η λεκτική και η σωματική βία έχει εξελιχθεί και με την συμβολή της τεχνολογίας δηλ. τα παιδιά από μικρά έχουν εξοικειωθεί με την βία, όχι κατ’ ανάγκη σωματική, από τα videogames και μέσω ταινιών ή και του διαδικτύου γίνονται παρατηρητές ή και συχνά δράστες.

Tα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί κατακόρυφη αύξηση εξαφανίσεων ανθρώπων από το οικείο τους περιβάλλον, με τις αιτίες και τις αφορμές να ποικίλουν. Σε τι ποσοστό πιστεύετε ότι μπορεί να ευθύνεται ένας εκφοβισμός από όπου κι αν προέρχεται , ούτως ώστε να οδηγεί σε αυτές τις ακραίες αντιδράσεις;

Οι λόγοι που εξαφανίζονται οι άνθρωποι ποικίλουν.  Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκούσιων εξαφανίσεων μπορεί να σχετίζονται και με τον εκφοβισμό στο οικείο περιβάλλον. Σημαντικό ποσοστό ατόμων που επιλέγουν να «αποδράσουν» είναι η δυσκολία να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερα αγχογόνες και επώδυνες καταστάσεις που βιώνουν. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντοχές να διαχειριστούν συναισθήματα φόβου, θυμού, απόρριψης, υποτίμησης κ.α. Πολλές μελέτες αποδίδουν τις εξαφανίσεις κυρίως νέων ατόμων στην κακοποίηση και στο εκφοβισμό είτε λεκτικό, σωματικό, ψυχολογικό ή και σεξουαλικό. Τα άτομα που έχουν υποστεί εκφοβισμό πολλές φορές θεωρούν ότι αν απομακρυνθούν από την πηγή του άγχους τους και εξαφανιστούν θα γλυτώσουν από την κόλαση, τον εφιάλτη που βιώνουν και θα λυτρωθούν. Σε αυτές τις ακραίες αντιδράσεις  η λύση έρχεται από την συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων, επίσημων και ανεπίσημων φορέων δηλ. γονέων, εκπαιδευτικών, παιδιών και κρατικών κοινωνικών φορέων. Θα έλεγα ότι η ενημέρωση, η εκπαίδευση, τα προγράμματα προληπτικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων,  προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία για το τι συμβαίνει σε κάποιο άτομο, είναι σημαντικοί παράμετροι να διαχειριστούμε το φαινόμενο του εκφοβισμού.

Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι η έλλειψη ουσιαστικής συναισθηματικής φροντίδας από την οικογένεια αυξάνει τις πιθανότητες επιθετικών ή και αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών στα άτομα.  Ακόμα και σε περιβάλλοντα που δεν στερούνται μορφωτικού ή οικονομικού status, η έλλειψη των ορίων και της αποτελεσματικής επικοινωνίας  κάνει το άτομο να νιώθει απροστάτευτο, αδύναμο και να  θυματοποιείται ή αντίθετα ενισχύει την ανάγκη του για μια διογκωμένη αυτοεικόνα που μειώνει την ικανότητα αυτοελέγχου απέναντι στους άλλους και δημιουργεί μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας.

Η Μανούσια Κυπραίου είναι Κοινωνιολόγος, Ψυχολόγος,  Ψυχοθεραπεύτρια. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Κοινωνική Ψυχολογία στο Βέλγιο, στο Universite Catholique de Louvain (U.C.L.) και στην Γαλλία, στο Universite de Descards Paris V.  Στην συνέχεια απέκτησε ευρωπαϊκό δίπλωμα εξειδίκευσης στη Διαχείριση Οργανισμών Κοινωνικής Προστασίας στο Ecole Nationale Superieure de Securite Sociale (EN3S) στη Γαλλία. Από το 2017 είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος (MSc) στις Ευρωπαϊκές Σπουδές από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το αντικείμενο της διπλωματικής εργασία της, με τίτλο  “Η Θέση της Γυναίκας στην Ε.Ε.”, ήταν η βία κατά των γυναικών, η θέση των γυναικών στον χώρο εργασίας, προστασία δικαιωμάτων παιδιών. Από το 2016 εκπαιδεύεται στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Σχεσιακής Ψυχανάλυσης και Ψυχοθεραπείας, ομαδικής ψυχοθεραπείας, με ειδίκευση στις κλινικές δεξιότητες, βάση του γνωσιακού ψυχαναλυτικού μοντέλου (Yalom Insitutute). Είναι μέλος από το 2017 της Διεθνούς Ένωσης Σχεσιακής ψυχανάλυσης και ψυχοθεραπείας (IARPP: International Association for Relational Psychoanalysis & Psychotherapy).

H συνέντευξη δόθηκε στο Υγείας Δρόμοι και την Ελένη Δ. Μπουχαλάκη και παραχωρήθηκε στο Kallitheapress

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ