2017 Καλλιθέα, μια νύχτα στη Συγγρού

136

του Κωστή Πιερίδη*

Κάθε λεωφόρος που σέβεται τον εαυτό της έχει ένα τουλάχιστον ποίημα, αρκετά τραγούδια και πολλές ιστορίες πίσω απ’ την ιστορία της. Αγάπης, μίσους, τρέλας, καριέρας, θανάτου. Και κάθε πόλη που σέβεται τον εαυτό της έχει μια τουλάχιστον τέτοια λεωφόρο. Φαντάζομαι έναν διανοούμενο αρχιτέκτονα – κατά προτίμηση Σκανδιναβό – με μεταπτυχιακό στο πολύ πειστικό ‘urban planning’ να έχει κάνει ένα υπερδημοφιλές quote τύπου «οι λεωφόροι είναι οι συνειδησιακές ταυτότητες των μητροπόλεων, μας λένε πολλά περισσότερα από την μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων». Όσο σκέφτομαι και φαντάζομαι διάφορα, φτάνω στην λεωφόρο Συγγρού. Είπαμε, με τον φωτογράφο Μενέλαο Μυρίλλα, να κάνουμε μια βόλτα από την αρχή ως το τέλος της Συγγρού (και τα δύο ρεύματα) εκείνος να φωτογραφήσει και εγώ να γράψω για μια από τις σημαντικότερες οδικές αρτηρίες της πόλης. Για τα ‘σκυλάδικα’, τα φαγάδικα, τα κορίτσια, του μπράβους, τη Στέγη, το Πάντειο και τα ‘ενοικιάζεται’. Συγγρού 2017.

Στην κάθοδο της λεωφόρου, που από το Πάντειο και μετά αποκτάει και εκείνη παράδρομο. Η κάθοδος αυτή ξεκινάει όσο στερεοτυπικά την περιμέναμε. Δύο ‘κορίτσια’ που κάνουν πεζοδρόμιο. Έχω αποφασίσει να τα πω ‘κορίτσια’, γιατί αφού αυτό αισθάνονται, αυτό είναι. Έχουν εξάλλου αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά και πρέπει να τα πλησιάσεις πολύ για να δεις ή να ακούσεις κάτι που θυμίζει επί της ουσίας βιολογικά άντρα. Φαντάζομαι πως το να τα βάζεις με τις ορμόνες δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Η πρώτη μου χαμογελάει και ευγενικά αρνείται να μου μιλήσει. Γυρνάει την πλάτη της και συνεχίζει να ψάχνει για το αμάξι που θα σταματήσει. Η δεύτερη έχει περισσότερη όρεξη για κουβέντα. Ή μάλλον έχει περισσότερη όρεξη να με κράξει. «Θα μου δώσεις 20 ευρώ, θα σου πω ό,τι θες και θα βγάλω 1-2 φωτογραφίες». Απαντώ κάπως στιγμιαία: «Δεν έχω λεφτά και είναι τελείως αντιδεοντολογικό». «Αγάπη μου είσαι δημοσιογράφος της ψωροκώσταινας, στο εξωτερικό παίρνουν πολλά λεφτά για να μιλήσουμε οι τρανς, τι σκατά έχεις στο μυαλό σου;» Ήθελα της να πω «ξέρεις, δεν είμαι δημοσιογράφος» αλλά απλά έφυγα.

Ανέβηκα στην acrobaleno με τον Μενέλαο να μου λέει «μην κατσουφιάζεις, κατάλαβέ το, δεν πρόκειται να σου μιλήσει καμία».

Η καντίνα προετοιμάζεται για την πρώτες πρωινές ώρες που θα γεμίσει με ξενύχτηδες. Καθόμαστε να φάμε ένα σάντουιτς. Μια παρέα συζητάει δίπλα μας και μιλάει για το φαγητό: «Είναι χρόνια εδώ αλλά δεν είχα σταματήσει ποτέ. Την ανακάλυψα λόγω δουλειάς όταν ξημεροβραδιαζόμασταν έξω από το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, τότε με τις τηλεοπτικές άδειες. Είχε φάει ένας συνάδελφος ένα hot dog, μας είπε ότι γαμάει και για τρεις μέρες τρώγαμε όλοι εδώ». Μυρίζει τηγανητό κρεμμύδι και πίκλα.

Κατεβαίνουμε στη διάβαση. Το πρωί είναι γεμάτη φοιτητές του Παντείου που πηγαινοέρχονται, πλανόδιους πωλητές, πάγκους με μεταχειρισμένα βιβλία. Εικαστικά, πρέπει να γίνονται πενήντα graffiti τη βδομάδα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είναι ίδια η συγκεκριμένη υπόγεια διάβαση. Μάλλον όλοι οι γκραφιτάδες της Αθήνας δοκιμάζουν το χέρι τους εδώ.

Έξω από το Kinky Opera η ‘πόρτα’ και ένας πελάτης συζητάνε σε φιλικό κλίμα. Ο πελάτης φοράει καπαρντίνα, κουστούμι, κίτρινη γραβάτα και ένα φανταχτερό καπέλο που γράφει κάτι που δεν καταλαβαίνω. Κάνω αμάν να μου μιλήσει και να φωτογραφηθεί. «Έρχομαι συνέχεια εδώ, μιλάμε για τις καλύτερες κοπέλες. Παλιά να δεις κόσμο. Τώρα δεν έχουν λεφτά. Ή μπορεί και να τα φυλάνε για το Πάσχα», μου λέει ο κύριος Μάκης, που όμως επιμένει να μην φωτογραφηθεί.

-Τι γράφει το καπέλο σου;

‘Οι Φουνταριστοί’. Είναι δύο φίλοι μου που κάνουν ραδιοφωνική εκπομπή (σ.σ. 8-10 το πρωί, στον Sport24 Radio βεβαίως). Έτσι λέγονται. Μιλάμε για φοβερή εκπομπή, τους ακούω κάθε μέρα.

Η ‘πόρτα’ μου λέει αν θέλουμε να μπούμε μέσα ή να φέρει έξω μια κοπέλα να τη φωτογραφήσουμε. Μέχρι να κοιταχτώ με τον Μενέλαο, το κορίτσι έχει βγει έξω. Της λένε να ποζάρει, να στηθεί, να περπατήσει στη σκάλα. Μου φαίνεται λες και είμαστε στη Βαρβάκειο και διαλέγουμε μπριζόλες. Η Εβελίνα από τη Ρουμανία δείχνει να το διασκεδάζει. Μάλλον έτσι έχει μάθει. Να δείχνει ό,τι θέλει ο πελάτης, το αφεντικό, ο δημοσιογράφος, ο φωτογράφος. Ο κάθε κύριος Μάκης. Μάλλον αυτή είναι η άμυνά της. Όπως άλλωστε και η ίδια η Συγγρού. Της αρέσει να δείχνει. Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει, ίσως κάπως προφητικά σε ποίημα του για τη Συγγρού (που ήταν κάτι ιδιαίτερα συμβολικό για την γενικά του 1930):

«Όταν αφήσεις τα κορμιά τα πελεκημένα επίτηδες για να μετρούν και για να θησαυρίζουν, την ψυχή που δεν εξισώνεται, ό,τι και να κάνεις, με την ψυχή σου το χέρι του φόρου, το γυναικείο εκείνο προσωπάκι στο λίκνο που λάμπει στον ήλιο».

Συνεχίζουμε την κατηφόρα. Περνάμε κάτω από το στρατηγείο της 24Media. Τα ‘κορίτσια’ έχουν αρχίσει και πυκνώνουν. Άρνηση να μιλήσουν ή να φωτογραφηθούν χωρίς λεφτά. Γυρνάνε την πλάτη τους στην κάμερα ή την προσελκύουν με χειρονομίες και σκέρτσα. Πάντα όμως μιλάνε για φράγκα.

– Πώς σε λένε;

– Έχω δύο ονόματα. Όλη μου τη ζωή έχω δύο ονόματα. Έλα ομορφούλη, με 20 ευρώ βγάζουμε ό,τι φωτογραφία θες. Μην είσαι τσιγκούνης.

Σε μια διασταύρωση κάτω από τα γραφεία ασφαλιστικής έχει πολλά ‘κορίτσια’ μαζεμένα γύρω από ένα αμάξι. Η βραδιά τους ή μάλλον καλύτερα η βάρδια δείχνει να έχει μόλις ξεκινήσει. Ρούχα, έντονα βαψίματα, τακούνια. Τα ‘κορίτσια’ που για πολλά χρόνια εκτός απ’ τους πελάτες προσέλκυαν την ανίκητη εφηβική βλακεία που ήθελε ως καθιερωμένη βόλτα το πείραγμα και την πλάκα – στα όρια της παρενόχλησης. Ως Νεοσμυρνιώτης θυμάμαι πολλές φορές αυτό το χαζό «πάμε στα τραβέλια, να σπάσουμε πλάκα» και τις ιστορίες του συγκεκαλυμμένου και πολλές φορές δήθεν αθώου ρατσισμού που μας αφορά όλους.

Θυμάμαι όμως και μια ιστορία απ’ αυτές που δεν ξεχνιούνται. Φίλος χάνει τον σκύλο του. Ο Μπίλης, ένας εξαιρετικά μεγαλόσωμος ελληνικός ποιμενικός, αποφασίζει σε μια βόλτα να φλερτάρει με μια σκυλίτσα. Με τα 60+ κιλά του, σπάει το λουρί του και χάνεται. Όλοι αρχίζουν το κυνηγητό για να τον βρουν, οι ώρες περνάνε και έρχεται το βράδυ. Εν τέλει, σε μια από τις πολλές βόλτες τόσο ο Μπίλυ όσο και η σκυλίτσα βρίσκονται σε μια παρέα από ‘κορίτσια’ στη Συγγρού. Εκείνες τα μάζεψαν, τα τάισαν και τα πότισαν. Ο τσομπάνης Μπίλης επιβεβαίωσε τον ρόλο της φυλής του. Άραξε δίπλα στην ‘κοπέλα’ που τον τάισε και δεν άφηνε άνθρωπο να πλησιάσει. Έτσι, τα ‘κορίτσια’ είπαν στην οικογένεια όταν μάζευε τον Μπίλη: «Δικό σας είναι; Όλο το βράδυ δεν έχει πλησιάσει πελάτης. Γρυλίζει στους πάντες».

Τουλάχιστον εκείνο το βράδυ κανένας δεν θα κορόιδεψε τα ‘κορίτσια’. Και στον απόηχο της ευτυχούς κατάληξης για την οικογένεια του Μπίλη, η μητέρα του φίλου, πήγε την επόμενη μέρα να αφήσει φανουρόπιτα στα ‘κορίτσια’ που περιμάζεψαν και φρόντισαν τον τριχωτό κανακάρη. Ακόμα και στη Συγγρού, ή ίσως ειδικά στη Συγγρού, θα βρεις μια κάποια αλληλεγγύη.

Οι κλειστές αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και τα ‘Ενοικιάζεται’ πυκνώνουν και αυτά όσο συνεχίζουμε την κατηφόρα. Οι στάσεις των λεωφορείων είναι πιο άδειες. Μια παρέα αράζει μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο και μας κοιτάει περίεργα καθώς η acrobaleno τους προσπερνάει. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα καταλαβαίνω γιατί. Είναι αυτή η ανυπόφορη αροξολική μπόχα της skunk, ή του haze ή γενικότερα του κακού χόρτου που έχει γίνει της μόδας. Για την ιστορία στα αγγλικά skunk είναι και ο ασβός. Μάλλον έχω γεράσει πολύ ή θέλω σε κάθε επίπεδο να επιβεβαιώσω αυτό το ‘παλιά ήταν όλα καλύτερα (ακόμα και το χόρτο)’ που άκουγα κι εγώ όταν ήμουν πιτσιρικάς και πίστευα ακράδαντα πώς δεν θα μου συμβεί αν ποτέ δραπέτευα από τα 20s.

Το Κέντρο Θεραπείας και Αποκατάστασης Θησέας βάζει λίγο χρώμα στην μέση της Συγγρού. Το βράδυ μοιάζει ακόμα πιο όμορφο και τραβάει το μάτι σου με αυτά τα πολύχρωμα πάνελ σε έναν δρόμο που δεν έχει χρώμα. Φτάνουμε στο παρκάκι με το Μνημείο του Σοβιετικού στρατιώτη, που στήθηκε το 2005 προς τιμήν του ποντιακού ελληνισμού και των παλιννοστούντων που ήρθαν από τη Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα και ζουν στην Καλλιθέα. Πίσω από τον παράδρομο έχει εργατικές πολυκατοικίες, οι νεραντζιές μοσχοβολούν και για λίγο νομίζεις ότι είσαι στα ’50s. Αράζουμε τη Vespa δίπλα σε ένα τρίκυκλο και καθόμαστε στο παγκάκι. Ένας τοξικομανής έχει βγάλει βόλτα τον σκύλο του. Κοιτάει την κάμερα καχύποπτα και μουρμουράει κάτι. Μια από τις ‘κοπέλες’ είναι στο πόστο της και συχνά πυκνά αμάξια σταματάνε. Εκείνη σκύβει και μιλάνε αλλά για όση ώρα είμαστε εκεί δεν καταφέρνει να βγάλει πελάτη.

Στη γωνία του Διονύσια, το γκρι κτίριο της αστυνομίας. Αυτό της Διοικητικής Υποστήριξης με το Πρατήριο Καυσίμων για τα περιπολικά. Στο τραγούδι του Μπάτη ‘Μάγκες Καραβοτσακισμένοι’ υπάρχει ο στίχος «ήρθαν μπάτσοι βρε και μας πήραν, και στου Συγγρού καλέ μας πήγαν». Όμως δεν αναφέρεται σε αυτό το κτίριο. Ο ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός, όταν δεν χρηματοδοτούσε λεωφόρους, έχτιζε φυλακές και οι ξακουστές φυλακές Συγγρού βρίσκονταν στον Ταύρο πολύ πριν την λεωφόρο.

Φτάνουμε προς το τέλος και σταματάω στο Funsports, ίσως το καλύτερο μαγαζί της περιοχής με εξοπλισμό για surf. Κολλητά είναι το στριπτιτζάδικο Ανατολή. Κοιτάω τα όρθια σερφοσάνιδα και δίπλα τους μια γυναικεία φιγούρα σε στένσιλ.

Η Συγγρού φυσάει. Λίγα μέτρα πιο πέρα, δίπλα στο κτίριο του Βωβού που ήταν τα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας, το τελευταίο σημείο σταθμός της λεωφόρου, η καντίνα με το διάσημο hot dog. Αριστερά και δεξιά αυτοκίνητα με αλάρμ. Ένα αυτοκίνητο μπαίνει προς Αμφιθέας με μεγάλη ταχύτητα. Τα παράθυρα είναι ανοιχτά, η συνοδηγός έχει το χέρι έξω και κρατάει τσιγάρο.

Ακούγεται το ‘Majesty’ των Madrugada και εγώ περπατάω προς το αυτοκίνητό μου. Ίσως αυτό να είναι η Συγγρού. Ένα διαρκές ‘ήταν’, το μόνο σταθερό στοιχείο απέναντι σε οτιδήποτε ‘ταχείας κυκλοφορίας’.

«Oh, you were majesty / Your roads were heavy / And your longing was cut from bone»

*Αποσπάσματα από το «Μια νύχτα στη Συγγρού» του Κωστή Πιερίδη (m.oneman)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ