Σε βάρος της κοινής ωφέλειας τα Έργα ανάπλασης στο μέτωπο του Φαληρικού Όρμου

146

άρθρο της Μ. Μάρκου

Το εμβληματικό κτηριακό σύμπλεγμα υπογράφει ο Renzo Piano φιλοδοξεί να αναζωογονήσει δύο μείζονες πολιτιστικούς θεσμούς ιστορικής σημασίας για την πόλη της Αθήνας και, παράλληλα, να δημιουργήσει έναν πόλο έλξης μητροπολιτικής εμβέλειας στο μέτωπο του Φαληρικού Όρμου. Το έργο έχει προνομιακή σύνδεση με τη φαληρική ακτή μέσω της ολυμπιακής εσπλανάδας και αποτελεί το κέντρο ενδιαφέροντος στην ευρύτερη ζώνη αναψυχής που, σήμερα, είναι υπό διαμόρφωση κατά μήκος της ακτής, σε έκταση που δημιουργήθηκε με επιχωματώσεις στην αρχή της δεκαετίας του ’70 και φιλοξένησε μέρος των ολυμπιακών εγκαταστάσεων του 2004.

Στην έκταση αυτή προβλέπεται να λειτουργήσουν συνεδριακά και εμπορικά κέντρα, χώροι αθλητισμού και θεαμάτων, λιμενικές και τουριστικές εγκαταστάσεις, που είναι υπό κατασκευή ή είναι αποτέλεσμα παλαιότερων παρεμβάσεων στην ακτή. Τα στοιχήματα της επιχείρησης ανάπλασης είναι η διαχείριση των αδόμητων τμημάτων της ακτής ώστε να λειτουργήσει ως ενιαίος χώρος περιπάτου, η αποκατάσταση του τοπίου και του περιβάλλοντος μετά από μακριά περίοδο υποβάθμισης, η αντιμετώπιση του πλημμυρικού κινδύνου που εντάθηκε από την κατασκευή της παραλιακής λεωφόρου εδώ και τριάντα χρόνια, η βελτίωση της προσβασιμότητας από τις όμορες οικιστικές περιοχές ώστε να υλοποιηθεί η προγραμματική ιδέα της επανασύνδεσης της πόλης με τη θάλασσα. Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η μελέτη πάρκου πρασίνου με μεσογειακή βλάστηση, την οποία έχει εκπονήσει ο Renzo Piano με νέα χορηγία του «Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος». Η τελική δομήσιμη επιφάνεια, είναι ζήτημα που δημιουργεί εντάσεις ανάμεσα στους κατοίκους των γύρω περιοχών και τους φορείς υλοποίησης των έργων.

Η ανάπλαση του μετώπου του Φαληρικού Όρμου είναι σε συζήτηση από τα χρόνια του ’60, όταν πραγματοποιήθηκε η στρατηγική επιλογή της δημιουργίας ενός πόλου αναψυχής και πολιτισμού, μητροπολιτικής σημασίας, στο πιο κοντινό προς το ιστορικό κέντρο σημείο του παράκτιου μετώπου της Αθήνας –και το πιο προσβάσιμο από τοπογραφική άποψη – όπου άλλοτε είχε λειτουργήσει το αρχαιότερο από τα τέσσερα λιμάνια της πόλης. Στο σημείο αυτό συγκλίνουν κινήσεις από το λιμάνι του Πειραιά, το Αθηναϊκό κέντρο και την ακτή του Σαρωνικού, προσφέρεται ανεμπόδιστη θέα προς την Αίγινα και, από τα ανοιχτά του όρμου, αποκαλύπτεται όλο το Λεκανοπέδιο με το βράχο της Ακρόπολης στο κέντρο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 θεωρήθηκε ότι, με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά, η θέση προσφέρεται για την προβολή της εικόνας μιας πόλης που διεκδικεί θέση στην παγκόσμια τουριστική αγορά, με το πλεονέκτημα που της δίνει ο συνδυασμός του θαλάσσιου στοιχείου και του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος ως συστατικών μιας ξεχωριστής περιηγητικής εμπειρίας. Με στόχο την ανάπτυξη σύγχρονων τουριστικών εγκαταστάσεων υψηλού προφίλ, αθλητικών και εμπορικών υποδομών, λιμενικών έργων και κλειστών κολυμβητικών εγκαταστάσεων, αποφασίστηκε να διαπλατυνθεί με επιχωματώσεις η ρηχή και αμμώδης παραλία (δημοφιλής τότε τόπος κολύμβησης με υψηλά, όμως, επίπεδα ρύπανσης και λαϊκό χαρακτήρα). Προγραμματίστηκε επίσης η κατασκευή αυτοκινητόδρομου κατά μήκος της ακτής, με ανισόπεδους κόμβους στα δύο άκρα της.

Από αυτό το σχέδιο ανάπλασης υλοποιήθηκε, με αργούς ρυθμούς, η παραλιακή λεωφόρος και το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ), ενώ τα ημιτελή για δεκαετίες χωματουργικά έργα οδήγησαν στην υποβάθμιση και την εγκατάλειψη της ακτής. Η στρατηγική όμως επιλογή που το υπαγόρευσε επικυρώθηκε από το Ρυθμιστικό Σχέδιο του 1985 στην προοπτική ανακατανομής των κεντρικών λειτουργιών στο μητροπολιτικό χώρο, προοπτική που τα τελευταία χρόνια συνδέεται ολοένα και λιγότερο με την ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών, σε όφελος της ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 η Αθήνα είδε μια νέα δυνατότητα διεθνούς οικονομικοπολιτικής προβολής. Σε ανάμνηση της πρώτης Ολυμπιάδας του 1896, ο φάκελος υποψηφιότητας της πόλης προέβλεπε τη λειτουργία του Ολυμπιακού Πόλου Φαλήρου σε μη μόνιμες αθλητικές εγκαταστάσεις, εκτός του ΣΕΦ, την απομάκρυνση του Ιπποδρόμου, την ολοκλήρωση των χωματουργικών εργασιών και την εξυγίανση της ακτής ώστε, στη συνέχεια, να οργανωθεί σύμφωνα με τις κατευθυντήριες επιλογές του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας.

Ελάχιστα όμως από τα έργα εξυγίανσης και πρόσβασης κατασκευάστηκαν. Οι αθλητικές εγκαταστάσεις μονιμοποιήθηκαν περιλαμβάνοντας εμπορικά κτήρια και μαρίνες μικρών σκαφών. Πάνω από τον Κηφισό, κατασκευάστηκε προέκταση της Εθνικής Οδού με νέο ανισόπεδο κόμβο. Την επαύριο της Ολυμπιάδας, το μέτωπο του Φαληρικού Όρμου ήταν αποκλεισμένο από λιμενικές εγκαταστάσεις στο μεγαλύτερο μήκος του, με πολλές και ογκώδεις κατασκευές, με τους ακάλυπτους χώρους χωρίς φύτευση, πρόσθετη κυκλοφοριακή επιβάρυνση και δυσχερέστερη πρόσβαση. Επιπλέον, με τις ρυθμίσεις του νόμου για τη «Βιώσιμη Ανάπτυξη και Κοινωνική Αξιοποίηση των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων» (2005), ο χώρος της παραλίας πέρασε στην κυριότητα της Εταιρείας Ολυμπιακών Ακινήτων, η οποία κατέβαλε προσπάθειες για την εμπορική του αξιοποίηση, με την έντονη αντίδραση των αρχών και των κατοίκων των όμορων δήμων που, στη διάρκεια της προετοιμασίας των αγώνων, είχαν ήδη εκφράσει δυσαρέσκεια για το βαρύτατο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και την αμφίβολη σκοπιμότητα των έργων. Η δυσαρέσκεια αυτή διογκώνεται όσο συνεχίζεται ο αποκλεισμός τους από την παραλία και γίνεται επισφαλής η προσδοκία τους για αποκατάσταση του τοπίου.

Τον Μάρτιο του 2006, το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» ανακοίνωσε την πρόθεσή του να γίνει χορηγός του συμπλέγματος της Όπερας και η σχετική σύμβαση κυρώθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο τον Ιούλιο του 2009. Τον Ιανουάριο του 2011, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΚΑ παρουσίασε τη μελέτη του πάρκου πρασίνου, ώστε να εκτονωθούν οι αντιδράσεις και να αρχίσει η κατασκευή του έργου. Ανακοινώθηκε, επίσης, το σχέδιο δημιουργίας «πολιτιστικού διαδρόμου» μεταξύ του θαλάσσιου μετώπου και του ιστορικού κέντρου της πόλης. Παράλληλα, άρχισε η μετασκευή του ολυμπιακού σταδίου του tae kwon do σε συνεδριακό κέντρο, όπως και η συζήτηση για την κατασκευή λιμανιού κρουαζιέρας στο Φαληρικό Όρμο. Το παλιό σχέδιο της τουριστικής αξιοποίησής του έγινε δραματικά επίκαιρο στο πλαίσιο της διαχείρισης της κρίσης χρέους που σοβεί έκτοτε στην Ελλάδα, καθώς η ανάπτυξη του τουρισμού συνδέθηκε με την πολιτική αποκρατικοποιήσεων σε ολιγοπωλιακή κατεύθυνση και μπήκε σε λειτουργία το σχέδιο ανάπτυξης της ακτής του Σαρωνικού ως «Αθηναϊκή Ριβιέρα», σχέδιο που θεμελιώνεται σε έκτακτες ρυθμίσεις των όρων συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, προβλέπει την πώληση δικαιωμάτων γης και την παραχώρηση υποδομών και συνδέεται με την ανάπτυξη του μάρκετινγκ της πόλης. Η ανάπλαση της φαληρικής ακτής έχει, σε αυτό το πλαίσιο, ρόλο «έργου μαγνήτη» για τουριστικές επενδύσεις.

Οι επιφυλάξεις που εκφράζονται για το έργο αφορούν πολλές πλευρές της λειτουργίας του. Αν και προβάλλεται η συμβολή του στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής και του περιβάλλοντος στην περιοχή, θεωρείται προβληματική η σύνδεσή του, ως νησίδα ευημερίας, με την κοινωνική δυναμική και τις ανάγκες των όμορων οικιστικών περιοχών. Αμφισβητείται, επίσης, η σημασία του για την τοπική απασχόληση, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία τέτοιων έργων που συνήθως προσφέρουν λιγότερες από τις προβλεπόμενες, αλλά και χαμηλά αμειβόμενες και επισφαλείς θέσεις εργασίας. Η προτεραιότητα που δίνουν στην ανταποδοτικότητα, όπως και οι ανάγκες συντήρησης των υψηλού προφίλ εγκαταστάσεων θεωρείται ότι κάνει τα έργα αυτά ευάλωτα σε προσπάθειες ιδιωτικοποίησης, ειδικά σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, αλλά και σε προσπάθειες αύξησης της δόμησης σε βάρος της ποιότητας του περιβάλλοντος. Ο ίδιος άλλωστε ο «μητροπολιτικός» τους χαρακτήρας τους επιτρέπει να παρακάμπτουν τη δημόσια διαβούλευση και τις υπάρχουσες προτεραιότητες του σχεδιασμού, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται ιδιωτικοί φορείς υπέρ των οποίων το δημόσιο μεροληπτεί. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, παραμένει αμφιλεγόμενος ο ρόλος του χορηγού στο σχεδιασμό της πολιτιστικής λειτουργίας του έργου στο μέλλον. Σημαντικό, τέλος, θέμα δημιουργεί και η ιδεολογική λειτουργία του έργου που προσφέρει πολιτιστικό λούστρο σε μια επιχείριση ανακατασκευής της εικόνας της πόλης με καταναλωτικούς όρους, εικόνα που συσκοτίζει τις τρέχουσες συνθήκες ζωής στην Αθήνα.

Η επιχείρηση ανάπλασης που εξελίσσεται σήμερα στο Φαληρικό Όρμο υπηρετεί τον διεθνή ανταγωνισμό των πόλεων για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων και επισκεπτών, πλαισιώνοντας με πύργους γραφείων, εμπορικά κέντρα, αθλητικές και τουριστικές υποδομές, τα εμβληματικά κτήρια μεγάλων πολιτιστικών θεσμών που εγκαθίστανται σε περιοχές με υψηλό συμβολικό φορτίο και σημαντικό απόθεμα γης, όπως είναι τα παλιά λιμάνια και τα υδάτινα μέτωπα των πόλεων που πλήττονται από την αποβιομηχάνιση. Πρόκειται για έργα που αλλάζουν ριζικά την αντίληψή μας για την πόλη, στρέφοντας το βλέμμα μας στις καταναλωτικές της λειτουργίες περισσότερο από την παραγωγική και κοινωνική της δυναμική. Αλλάζουν ριζικά την αντίληψή μας για τον πολεοδομικό σχεδιασμό, προσανατολίζοντας τους δημόσιους πόρους στην εξυπηρέτηση ιδιωτικών επιχειρηματικών σχεδίων σε βάρος της κοινής ωφέλειας. Κάνουν τη συλλογική εμπειρία της πόλης υπόθεση της βιομηχανίας του θεάματος, παράγοντας εικόνες καινοτομίας, οικονομικής επιτυχίας και πολιτικής επιβολής για εσωτερική και διεθνή κατανάλωση.

athenssocialatlas.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ