ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ

110

Ο Ρήγας Βελεστινλής γεννήθηκε στο θεσσαλικό χωριό Βελεστίνο στα 1757. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Κυριτζής ή Κυριαζής. Για τα πρώτα τριάντα, περίπου, χρόνια της ζωής του δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Γνωρίζουμε ελάχιστα για τον ίδιο και την οικογένειά του κι αυτά κυρίως από θρύλους και παραδόσεις που εξ αντικειμένου εμπεριέχουν, τουλάχιστον, το στοιχείο της υπερβολής. Εν πάση περιπτώσει, η παράδοση εμφανίζει την οικογένεια του Ρήγα ως μία από τις πιο ευκατάστατες στο Βελεστίνο με πολλά κτήματα, τρία μεγάλα χάνια, βυρσοδεψείο, βαφείο και εργοστάσιο κατασκευής υφασμάτων και ταπήτων, στο οποίο εργάζονταν περισσότεροι από 40 εργάτες.

Η οικονομική ευχέρεια της οικογένειάς του έδωσε τη δυνατότητα στον Ρήγα να πάρει καλή μόρφωση. Ετσι, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σπούδασε στη Σχολή της Ζαγοράς και σύμφωνα με άλλες στη Σχολή των Αμπελακίων, ενώ όταν αποφοίτησε, δούλεψε για λίγο ως δάσκαλος στο χωριό Κισσός του Πηλίου.

Στη Θεσσαλία ο Ρήγας δεν έμεινε πολύ. Ο θρύλος τον θέλει να φεύγει κυνηγημένος από τον τόπο του, γιατί αναγκάστηκε να σκοτώσει κάποιον Τούρκο μην μπορώντας να αντέξει το καθεστώς της εθνικής σκλαβιάς. Το πιο πιθανό όμως είναι να μη συνέβη κανένα τέτοιο περιστατικό κι ο Ρήγας να εγκατέλειψε τον τόπο του, όπως συνήθιζαν να κάνουν πολλοί νέοι της εποχής του, προπαντός Πηλιορείτες. Οπως και να ‘χει, ο Ρήγας πέρασε πρώτα από το Αγιο Ορος και στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταπιάστηκε με το εμπόριο. «Ηταν προετοιμασμένος για το εμπόριο – παρατηρεί ο Κορδάτος – γιατί ο πατέρας του ήταν από τους πρώτους εμποροβιοτέχνες του Βελεστίνου και κοντά στον πατέρα του έμαθε κι αυτός τα μυστικά του εμπορίου».

Στην Κωνσταντινούπολη ο Ρήγας συνδέθηκε με μία από τις σπουδαιότερες οικογένειες Φαναριωτών, την οικογένεια των Υψηλάντηδων. Για την ακρίβεια προσελήφθη ως γραμματικός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, παππού των Υψηλάντηδων του ’21, που χρημάτισε ηγεμόνας της Βλαχίας στο διάστημα 1774-1781. «Είχε τότε εν Κωνσταντινουπόλει – γράφει ο Ι. Φιλήμων – ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γραμματέα ίδιον τον Ρήγα Φεραίον, ον εξεπέδευσε νέον εν την οικία αυτού μεθ’ όλης της πατρικής προνοίας».

Το 1786 συναντάμε τον Ρήγα στο Βουκουρέστι να δουλεύει αρχικά ως γραμματικός του τοπικού άρχοντα Γρ. Μπραγκοβάνου και στη συνέχεια ως γραμματικός στο παλάτι του ηγεμόνα της Βλαχίας Ν. Μαυρογέννη. Εκείνη την εποχή μια σειρά τοπικοί Τούρκοι φεουδάρχες όπως ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, ο Μωχάμετ Αλυ της Αιγύπτου, ο Πασβανόγλου του Βιδανίου κ. ά. αντιμάχονται την κεντρική οθωμανική εξουσία, ευνοούν τις επαναστατικές κινήσεις και ορισμένοι από αυτούς επηρεάζονται από τις ιδέες της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ταυτόχρονα η οθωμανική αυτοκρατορία κλονίζεται από τον δεύτερο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο που ξεσπά το 1787. Στη διάρκεια αυτού του πολέμου ο Ρήγας γνωρίζεται με τον Πασβανόγλου.

Οταν το Βουκουρέστι καταλαμβάνεται από τα αυστρορωσικά στρατεύματα, ο Ρήγας εγκαταλείπει τον Μαυρογέννη, μπαίνει στην υπηρεσία του βαρόνου του Λάνγκενφελντ και τον Ιούνιο του 1790 φεύγει μαζί του για τη Βιέννη, όπου θα μείνει ως τον Ιανουάριο του 1791. Στο μικρό αυτό διάστημα που μένει στην αυστριακή πρωτεύουσα καταφέρνει να τυπώσει τα δύο πρώτα του βιβλία, το «Σχολείον των Ντελικάτων Εραστών» και το «Φυσικής Απάνθισμα» και αναγγέλλει την έκδοση της μετάφρασης στα ελληνικά του έργου του Μοντεσκιέ «Το πνεύμα των νόμων». Πρέπει να ληφθεί υπόψην ότι το διάστημα αυτό η Ευρώπη συγκλονίζεται από τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, οι ιδέες της οποίας εξαπλώνονται ραγδαία και κατακτούν το μυαλό και την καρδιά όλων των σκλαβωμένων λαών της Ευρώπης και φυσικά το μυαλό και την καρδιά όλων των καταπιεζόμενων τάξεων στις φεουδαρχικές κοινωνίες. Από τις ιδέες αυτές ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να μείνει ανεπηρέαστος ο Ρήγας.

Από τον Ιανουάριο του 1791 ως και το 1796 ο Ρήγας θα μείνει στο Βουκουρέστι. Στο διάστημα αυτό, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, φαίνεται ότι δούλεψε ως γραμματικός του ηγεμόνα Μ. Σούτσου κι ως διερμηνέας στο Γαλλικό Προξενείο. Εν πάση περιπτώσει ξαναεπιστρέφει στη Βιέννη τον Αύγουστο του 1796, όντας πια ώριμος επαναστάτης. Ετσι, μέχρι το Δεκέμβρη του 1797 εκδίδει τα επαναστατικά έργα του με τα οποία άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην ιστορία (Χαρτογραφικό έργο, «Θούριος», «Επαναστατικό Μανιφέστο» κλπ.) και ετοιμάζει την κάθοδό του στην Ελλάδα για να αναπτύξει επαναστατική δράση. Οραμά του είναι η κοινή επαναστατική απελευθερωτική δράση όλων των βαλκανικών λαών και η συγκρότηση της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Προς αυτή την κατεύθυνση αφιερώνει όλο του το είναι.

Μπορούσε όμως αυτό το όραμα να προωθηθεί, χωρίς την ύπαρξη ανάλογης επαναστατικής οργάνωσης;

Η Εταιρεία του Ρήγα

Ο Χρ. Περραιβός, που υπήρξε σύντροφος του Ρήγα στα γραπτά του, είναι κατηγορηματικός ότι ο Ρήγας είχε συστήσει επαναστατική οργάνωση – εταιρεία σύμφωνα με την ορολογία της εποχής. «Οσο διά την πρώτην εταιρείαν του αοιδίμου Ρήγα του Φεραίου – γράφει – χρεωστώ να είπω τινά εν περιλήψει, διότι τα ηξεύρω ακριβέστερα από κάθε άλλον, διότι εχρημάτισα μέλος εκείνης και συγκοινωνός των κινδύνων της». Την ύπαρξη εταιρείας ο Περραιβός την επιβεβαιώνει και στη «Σύντομη βιογραφία του Ρήγα». Αλλά και η αυστριακή αστυνομία βεβαιώνει ότι υπήρχε επαναστατική εταιρεία στην οποία συμμετείχαν ο Ρήγας και οι σύντροφοι του.

Αντίθετα ο Κ. Αμαντος ήταν από τους πρώτους που αμφισβήτησαν την ύπαρξη μυστικής επαναστατικής οργάνωσης του Ρήγα, μη θεωρώντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ούτε τα όσα αναφέρονταν στα αυστριακά αστυνομικά έγγραφα, ούτε φυσικά τη μαρτυρία του Χρ. Περραιβού. «Το σχέδιο του Ρήγα – γράφει – δεν προαπαιτεί την ύπαρξιν μυστικής ωργανωμένης εταιρείας. Ο Ρήγας επεδίωκε κατά πρώτον την παρασκευήν ενθουσιωδών αποστόλων της επαναστάσεως διά των βιβλίων του και διά των Θουρίων ασμάτων… Το σχέδιον του Ρήγα το γνωρίζουν οι φίλοι του, είναι ολοφάνερον, δεν έχει τίποτα το μυστηριώδες και μυστικόν, το οποίον θα απησχόλει ιδιαιτέραν μυστικήν εταιρείαν». Υστερα από τέτοιους ισχυρισμούς, δικαιολογημένα ο Κορδάτος καταφεύγει στην ειρωνεία γράφοντας: «Να λοιπόν μια καινούργια θεωρία του πώς πρέπει να γίνονται οι επαναστάσεις. Αμα φτιάσεις μερικά τραγούδια και αποκτήσεις και μερικούς φίλους, δε χρειάζεται τίποτ’ άλλο. Τραγουδώντας έρχεται η επανάσταση!».

Είναι βέβαιο ότι οι ιστορικές μαρτυρίες που έχουν σωθεί και αφορούν το θέμα δε μας δίνουν ολοκληρωμένες πληροφορίες για το πώς ακριβώς ήταν η εταιρεία του Ρήγα ως προς την οργάνωσή της, τα σχέδιά της, τα μέλη και την εξάπλωσή της. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να μας οδηγήσει να αρνηθούμε την ύπαρξη της εταιρείας αυτής. «Ολα όσα μας παραδίδονται – γράφει ο Βρανούσης – έστω και κάπως αόριστα, συνηγορούν σ’ αυτό και μας βεβαιώνουν ότι ο Ρήγας έλαβε ενεργό μέρος κι έπαιξε κάποιο σημαντικό ρόλο στην «εταιριστική κίνηση» της εποχής του».

Η τελευταία σκηνή

Ο Ρήγας συνελήφθη στην Τεργέστη στις 6/19 Δεκεμβρίου του 1797. Είχε αποφασίσει να κατέβει στην Ελλάδα μέσω Τεργέστης, αλλά θα περνούσε πρώτα από τη Βενετία. Σύμφωνα με τον Κορδάτο, στη Βενετία υπήρχαν πολλοί μυημένοι στην επαναστατική του εταιρεία και μέσω αυτών θα κανονιζόταν το ταξίδι στην Ελλάδα, «ανάλογα με τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρωθεί από την Ηπειρο, τη Μάνη, τη Θεσσαλία, τη Ρούμελη και το Μοριά». Ο Περραιβός λέει ότι ο Ρήγας θα πήγαινε στη Βενετία «Προς συνέντευξιν του Ναπολέοντος». Φαίνεται πως στόχος του Ρήγα ήταν να συνδέσει το επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα με τη Γαλλία, προσδοκώντας σε ηθική και υλική βοήθεια.

Εν πάση περιπτώσει πριν φύγει από τη Βιέννη ο Ρήγας, έστειλε στην Τεργέστη, στο φίλο και έμπιστο σύντροφό του Αντώνη Κορωνιό, τρία κιβώτια με επαναστατικό υλικό. Επειδή όμως ο Κορωνιός έλειπε στη Δαλματία για εμπορικές δουλιές, τα κιβώτια παρέλαβε ο συνεταίρος του από την Κοζάνη Δημήτριος Οικονόμου, ο οποίος, αφού τα άνοιξε και είδε τι περιείχαν, κατέδωσε τα καθέκαστα στην αυστριακή αστυνομία. Ετσι μόλις ο Ρήγας έφτασε στην Τεργέστη συνελήφθη αμέσως. Συλλήψεις επαναστατών ή υπόπτων για επαναστατική δράση έγιναν επίσης σε Βιέννη, Πέστη, Σεμλίνο. Συνελήφθησαν οι επτά που βρήκαν μαζί με τον Ρήγα μαρτυρικό θάνατο, αλλά και οι Γεώργιος Πούλιος, Φιλ. Πέτροβιτς, Γ. Θεοχάρης, Κ. Τούλιος και Κ. Δουκάς. Ο Ρήγας και οι επτά παραδόθηκαν, τον Απρίλη του 1798, στις τουρκικές αρχές – γιατί ήταν Τούρκοι υπήκοοι – και μεταφέρθηκαν στο Βελιγράδι. Οι υπόλοιποι που ήταν Αυστριακοί υπήκοοι εκτοπίστηκαν. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Εκείνο το διάστημα που οι αυστριακές αρχές προχωρούσαν στην απέλαση των οκτώ, ο Αδαμάντιος Κοραής, μαντεύοντας το τραγικό τους τέλος, έγραφε: «Παρίστανται ίσως ταύτην ώραν δέσμιοι έμπροσθεν του τυράννου οι γενναίοι ούτοι της ελευθερίας μάρτυρες. Ισως, ταύτην την ώραν, κατεβαίνει εις τας ιεράς κεφαλάς των η μάχαιρα του δημίου, εκχέεται το γενναίον ελληνικόν αίμα από τας φλέβας των, και ίπταται η μακαρία ψυχήν των, διά να υπάγη να συγκατοικήση με όλων των υπέρ ελευθερίας αποθανόντων τας αοιδίμους ψυχάς. Αλλά του αθώου αίματος η έκχυσις αύτη αντί του να καταπλήξη τους Γραικούς θέλει μάλλον τους παροξύνει εις εκδίκησιν». Αντίθετα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τον Δεκέμβρη του 1798, τότε δηλαδή που συλλαμβανόταν ο Ρήγας, με εγκύκλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε`, που εκ των υστέρων τον βάπτισαν και Εθνομάρτυρα, καλούσε τους δεσποτάδες να κατάσχουν το επαναστατικό μανιφέστο του Ρήγα (την επαναστατική του διακήρυξη, το Πολίτευμά του κ.λ.π.) διότι «πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των δολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον».

Δυο κείμενα – δύο κόσμοι. Η κοινωνική πρόοδος και η κοινωνική αντίδραση της εποχής σ’ όλο τους το μεγαλείο.

rizospastis.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ