Περί κληρονομικών…Τι πρέπει να γνωρίζουμε

 

Ο θάνατος ενός προσώπου δεν προκαλεί μόνο ψυχικό πόνο στην οικογένειά του, αλλά δημιουργεί και μία σωρεία διαδικαστικών θεμάτων σχετικά με τη διαχείριση των όσων «αφήνει πίσω του». Οι συγγενείς σχεδόν αμέσως μετά την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου πρέπει να ενημερωθούν λεπτομερώς για την περιουσία του, για την ύπαρξη ή μη διαθήκης και να αποφασίσουν αν τελικά επιθυμούν να αποδεχθούν την κληρονομιά που τους επάγεται. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να συμβουλευτούν το δικηγόρο τους προκειμένου να τους καθοδηγήσει σωστά ώστε να μην πράξουν ή παραλείψουν κάτι για το οποίο αργότερα ενδέχεται να μετανιώσουν.

Ύπαρξη Διαθήκης – Εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή 

Ο κληρονομούμενος, εάν όσο βρίσκεται εν ζωή, θέλει να ορίσει ο ίδιος την μετά θάνατον τύχη της περιουσίας του, έχει δικαίωμα να συντάξει διαθήκη. Η διαθήκη, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, που περιέχει τη δήλωση της τελευταίας βούλησής του, συντάσσεται ελεύθερα και σύμφωνα με ορισμένους τύπους ενώ και η ανάκλησή της γίνεται ελεύθερα από το διαθέτη. Το ελληνικό δίκαιο προβλέπει τρία είδη διαθηκών :

Α) Την ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία συντάσσεται εξ ολοκλήρου από το διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Τη φύλαξή της αναλαμβάνει ο ίδιος ή την παραδίδει σε τρίτο πρόσωπο ή σε συμβολαιογράφο.

Β) Τη δημόσια διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον συμβολαιογράφου και τριών μαρτύρων ή δεύτερου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα.

Γ) Τη μυστική διαθήκη, η οποία υπογράφεται από το διαθέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει συνταχθεί από τον αυτόν και παραδίδεται αυτοπροσώπως στον συμβολαιογράφο παρουσία τριών μαρτύρων με δήλωση ότι πρόκειται για διάταξη τελευταίας βούλησης. Στη συνέχεια ο συμβολαιογράφος τη σφραγίζει και την κρατάει μέχρι το θάνατο του διαθέτη.

Μετά το θάνατο του διαθέτη όποιος έχει πρόσβαση σε διαθήκη του (συγγενής, συμβολαιογράφος ή τρίτος) οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να προβεί στη δημοσίευσή της στο κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, έτσι ώστε κάθε ενδιαφερόμενος να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτήν.

 

Δεν υπάρχει Διαθήκη – Εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή

Σε περίπτωση που δεν ανευρίσκεται διαθήκη του αποβιώσαντος, εφαρμόζονται τα εκ του νόμου οριζόμενα για την κληρονομική διαδοχή του.

Σύμφωνα με το κληρονομικό δίκαιο στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή καλούνται κατά προτεραιότητα οι εγγύτεροι συγγενείς και εφόσον εκείνοι δεν υπάρχουν ή αποποιούνται των κληρονομικών τους δικαιωμάτων η περιουσία επάγεται στους αμέσως εγγυτέρους συγγενείς.

Η συγγένεια αυτή διακρίνεται σε «τάξεις» αναλόγως με το βαθμό συγγένειας των προσώπων με τον κληρονομούμενο. Σημειώνεται πως εφόσον βρεθεί συγγενής στην πρώτη τάξη αποκλείεται κάθε άλλος συγγενής από τις επόμενες τάξεις.

Στην πρώτη τάξη καλούνται να κληρονομήσουν οι κατιόντες του κληρονομούμενου, δηλαδή τα τέκνα του και αν δεν υπάρχουν ή αποποιούνται τα εγγόνια του σε ποσοστό ¾ της περιουσίας καθώς και η σύζυγος του κληρονομούμενου στην οποία καταλείπεται το υπόλοιπο ¼ της περιουσίας.

Αν ο θανών δεν είχε κατιόντες τότε καλείται η δεύτερη τάξη, στην οποία ανήκουν οι γονείς, τα αδέρφια και ο/η σύζυγός. Στην περίπτωση αυτή ο/η σύζυγος κληρονομεί το ½ της περιουσίας και το υπόλοιπο ποσοστό το μοιράζονται οι υπόλοιποι συγγενείς της τάξης αυτής.

Στην τρίτη τάξη κληρονομούν οι γιαγιάδες και οι παππούδες του αποβιώσαντος κατά ½ καθώς και η σύζυγος που και πάλι κληρονομεί το ½ της περιουσίας.

Στην τέταρτη τάξη ανήκουν οι προγιαγιάδες και προπαππούδες κληρωνομώντας το ½ της περιουσίας και ο/η σύζυγος κατά το υπόλοιπο ½.

Στην πέμπτη τάξη, εφόσον δεν υπάρχει άλλος συγγενής καλείται να κληρονομήσει όλη την περιουσία ο/η σύζυγός.

Αν ο θανών δεν ήταν ούτε παντρεμένος αλλά και ούτε είχε συγγενείς κατά το θάνατό του τότε καλείται η έκτη τάξη δηλαδή το Δημόσιο, για το οποίο μάλιστα δεν προβλέπεται η δυνατότητα αποποίησης.

Αποδοχή κληρονομιάς

Για την αποδοχή κληρονομιάς δεν προβλέπονται ιδιαίτερες διατυπώσεις από το Νόμο. Ο κληρονόμος μπορεί σιωπηρώς και ατύπως να αποδεχτεί την κληρονομιαία περιουσία, αφήνοντας απλώς να περάσει άπρακτη η τετράμηνη προθεσμία που τάσσει ο νόμος για την αποποίηση των κληρονομικών δικαιωμάτων επί της περιουσίας του θανόντος (πλασματική αποδοχή), είτε να προβεί σε πράξεις οι οποίες εξωτερικεύουν τη βούλησή του για αποδοχή κληρονομιάς (π.χ. έκδοση κληρονομητηρίου που αναγράφει τον αιτούντα ως κληρονόμο ή υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς).

Ωστόσο εάν στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνονται ακίνητα, η αποδοχή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφεται στο αρμόδιο υποθηφυλακείο / κτηματολόγιο, έτσι ώστε να μη γεννώνται αμφιβολίες ως προς του τίτλους κτήσης των ακινήτων αλλά και να μπορεί στη συνέχεια ο κληρονόμος – κύριος του εκάστοτε ακινήτου να το μεταβιβάσει, να το εκμισθώσει ή να το εκμεταλλευτεί αλλιώς προς όφελός του.

Νομικά δεν τίθεται χρονικός περιορισμός για τη συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς επί ακινήτων. Η φορολογική νομοθεσία όμως θέτει εξάμηνη προθεσμία για δήλωση φόρου κληρονομιάς, η οποία άρχεται σε περίπτωση διαθήκης από την ημέρα της δημοσίευσής της και σε περίπτωση που δεν υπάρχει διαθήκη από την ημέρα θανάτου του κληρονομούμενου. Με την άπρακτη παρέλευση του εξαμήνου αυτού ο κληρονόμος δεν χάνει κάποιο δικαίωμά του, αλλά επιβάλλεται εις βάρος του πρόστιμο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. για κάθε μήνα καθυστέρησης.

Αποποίηση κληρονομιάς

Αποποίηση είναι η δήλωση βούλησης με την οποία εκφράζεται η επιθυμία του κληρονόμου να μην αποδεχτεί την κληρονομιά που του επάγεται είτε από διαθήκη είτε εξ αδιαθέτου.

Η προθεσμία για αποποίηση ορίζεται σε τέσσερις μήνες από το θάνατο του κληρονομουμένου ή τη δημοσίευση της διαθήκης του. Η προθεσμία αποποίησης σε περίπτωση που ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία του κατοικία στο εξωτερικό ή ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όσο ζούσε στο εξωτερικό είναι ένα έτος. Σε κάθε περίπτωση η προθεσμία ξεκινάει από τότε που ο κληρονόμος έμαθε για το θάνατο του διαθέτη και το δικαίωμά του στην κληρονομική διαδοχή.

Πολλοί μπορεί να αναρωτηθούν «ποιος ο λόγος να μη δεχτώ να αυξήσω την περιουσία μου με μία κληρονομιά;» Η απάντηση είναι πολύ απλή αν σκεφτεί κανείς ότι μαζί με το ενεργητικό της περιουσίας που κληρονομεί κάποιος, που αποτελείται από ακίνητα, καταθέσεις κ.λπ., αποδέχεται και το παθητικό της, δηλαδή χρέη ή άλλες υποχρεώσεις που είχε ο θανών όσο ζούσε.

Με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης η περιουσία του κληρονομούμενου ενώνεται με την περιουσία του κληρονόμου και σε περίπτωση οφειλών του θανόντος ο κληρονόμος πλέον ευθύνεται και με την προσωπική του περιουσία απεριόριστα. Συνεπώς οι δανειστές του θανόντος μπορούν να στραφούν κατά του κληρονόμου και της περιουσίας του για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις που είχαν κατά του αποβιώσαντος.

Η τασσόμενη από το νόμο προθεσμία αποποίησης δίνει στον κληρονόμο το χρόνο για να ερευνήσει τυχόν οφειλές και υποχρεώσεις, που είχε ο διαθέτης όσο ζούσε και να εξετάσει τελικά εάν τον συμφέρει να αποδεχτεί την κληρονομιά ή όχι.

Το πρόσωπο που αποποιείται θεωρείται ότι δεν κληρονόμησε ποτέ και στην κληρονομική διαδοχή καλείται στη συνέχεια αυτός που θα κληρονομούσε εάν δεν υπήρχε ο αποποιηθείς κληρονόμος. Κάθε επόμενος κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιαία περιουσία με εξαίρεση το Δημόσιο για το οποίο δεν επιτρέπεται αποποίηση. Όσον αφορά στους ανήλικους κληρονόμους η αποποίηση μπορεί να γίνει μόνο μετά από άδεια του Δικαστηρίου, που παρέχεται σε εκείνους που ασκούν τη γονική τους μέριμνα ύστερα από αίτησή τους.

Επισημαίνεται πως η αποποίηση αφορά στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας και δεν μπορεί να περιοριστεί σε μέρος αυτής.

Εάν προηγηθεί αποδοχή της κληρονομιάς δεν επιτρέπεται αποποίηση αυτής ενώ η δήλωση αποποίησης μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας είναι άκυρη.

Αμφισβήτηση – Προσβολή Διαθήκης

Η διαθήκη μπορεί να προσβληθεί ως μερικά ή ολικά άκυρη, όταν αμφισβητείται η γνησιότητα του γραφικού χαρακτήρα και της υπογραφής του διαθέτη, όταν δεν συντάχθηκε σύμφωνα με τους τύπους που ορίζει ο νόμος, όταν ο διαθέτης δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα τον κληρονόμο, αλλά αναφέρεται σε αυτόν γενικά και αόριστα και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο διαθέτης είχε πέσει θύμα απάτης, πλάνης ή απειλής κατά τη σύνταξη της διαθήκης. Η διαθήκη μπορεί επίσης να προσβληθεί ως άκυρη κατά το μέρος προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα των κληρονόμων που ορίζονται από το νόμο.

Νόμιμοι μεριδούχοι είναι τα τέκνα του κληρονομούμενου και, αν δεν υπάρχουν, τα εγγόνια του ή τα δισέγγονά του, οι γονείς του και ο/η σύζυγος που επιζεί. Ο διαθέτης δεν μπορεί να αποκλείσει τους συγγενείς αυτούς από την περιουσία του ενώ και ο Αστικός Κώδικας θεωρεί κάθε περιορισμό του μεριδούχου από τη διαθήκη, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, σαν να μην έχει γραφεί. Επομένως τα πρόσωπα αυτά, εάν θίγεται η νόμιμη μοίρα τους, η οποία ισούται με το μισό της μερίδας που θα έπαιρναν αν δεν υπήρχε διαθήκη, έχουν δικαίωμα να αξιώσουν την ακύρωση της διαθήκης και την επαγωγή σε αυτούς του ποσοστού της κληρονομιάς κατά το μέρος που πλήττονται τα δικαιώματά τους.

Η νόμιμη μοίρα βλάπτεται και πάλι όταν η υφιστάμενη κληρονομιά δεν επαρκεί για να την καλύψει λόγω παροχών ή μεταβιβάσεων που έκανε εν ζωή ο κληρονομούμενος. Τότε οποιοσδήποτε νόμιμος μεριδούχος έχει το δικαίωμα να επιδιώξει την ανάκληση ή και την ακύρωση τυχόν δωρεών, που πραγματοποιήθηκαν από το διαθέτη, όσο εκείνος ζούσε, προς άλλα πρόσωπα προκειμένου να καλύψει τουλάχιστον το μερίδιο του στη νόμιμη μοίρα.

Το δικαίωμα για προσβολή της διαθήκης πρέπει να ασκείται χωρίς καθυστέρηση, διότι μετά από δύο έτη από τη δημοσίευση της διαθήκης το δικαίωμα αυτό παραγράφεται.

Σε κάθε περίπτωση που ακυρώνεται μία διαθήκη, μερικά ή ολικά, αναβιώνει η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, με βάση τη συγγένεια, όπου οι εγγύτεροι συγγενείς αποκλείουν τους υπόλοιπους.

Ωστόσο, ο διαθέτης έχει δικαίωμα να αποκληρώσει συγγενή του, όταν ο τελευταίος είχε διαπράξει κάποια σοβαρή άδικη πράξη εναντίον του πρώτου ή διάγει ανήθικο βίο. Ακόμη ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το/τη σύζυγο, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο που αποδίδεται σε υπαιτιότητα του τελευταίου.

Ευεργέτημα της Απογραφής

Όπως προαναφέρθηκε η κληρονομιά αποτελείται από το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος συμπεριλαμβανομένων και ενδεχόμενων οικονομικών υποχρεώσεών του, για τις οποίες ευθύνεται εξ ολοκλήρου εκείνος που την αποδέχεται. Ο κληρονόμος όμως που κατά την αποδοχή θέλει να προστατεύσει τη δική του περιουσία από τυχόν χρέη του κληρονομούμενου, έχει το δικαίωμα να αποδεχθεί με το ευεργέτημα της απογραφής. Με την επιλογή αυτή η ευθύνη του κληρονόμου για τα χρέη του θανόντος εκτείνεται μόνο μέχρι το ενεργητικό της κληρονομιαίας περιουσίας και οι δανειστές του κληρονομούμενου δεν έχουν δικαίωμα να στραφούν και κατά της περιουσίας του κληρονόμου για την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους, αλλά μόνο κατά της περιουσίας που επάγεται στον κληρονόμο.

Ο κληρονόμος όμως που αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής οφείλει να διοικεί την περιουσία επιμελώς και ευθύνεται για κάθε αμέλεια ενώ έχει υποχρέωση να λογοδοτεί στους δανειστές. Απαγορεύεται να εκποιήσει ή να δωρίσει ακίνητα της κληρονομιάς χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και αν προβεί σε τέτοια πράξη, χάνει το ευεργέτημα της απογραφής και καθίσταται απλός κληρονόμος ευθυνόμενος πλέον ατομικά και με τη δική του περιουσία. Η αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής δεν διασφαλίζει μόνο τα δικαιώματα και συμφέροντα εκείνου που αποδέχεται την κληρονομιά κατά αυτόν τρόπο αλλά και εκείνα των δανειστών. (Το ανωτέρω κείμενο είναι μία γενική τοποθέτηση και αποσκοπεί απλώς στη γενική σχετική πληροφόρηση του αναγνώστη, χωρίς να αποτελεί εξειδικευμένη ανάλυση του θέματος) Επιμέλεια: Χατζοπούλου Ευδοκία

Δικηγόρος – Διαμεσολαβήτρια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ