Ο φιλελευθερισμός ακυρώνει το καθολικό, αξιολογικά προσανατολισμένο περιεχόμενο της πολιτικής

46
του Παύλου Χρήστου*
Μέσα στο συμβατικό πλαίσιο του φιλελευθερισμού οι ατομικές βλέψεις και σκοποθεσίες των υποκειμένων τίθενται ως ανεξάρτητες από τις κανονιστικές επιταγές και τα αξιολογικά
αιτήματα κοινωνικής συνοχής. Η πολιτική που πλέον νοείται σε αφαίρεση από το δημόσιο χαρακτήρα της θεμελιώνει την κανονιστική ισχύ των δικαιωμάτων στο γεγονός ότι όλοι έχουν δικαίωμα να επιτυγχάνουν επωφελείς στόχους. Αυτή η πεποίθηση συνιστά και το περιεχόμενο της “αλληλεγγύης”, η οποία συνδυάζεται με μια έννοια συμφέροντος, το οποίο, όταν δεν αίρει τις συναινέσεις, είναι θεμιτό ως μια μορφή συνενοχής στην απόκτηση ωφελημάτων και συμμετοχής στο κοινό παίγνιο της πραγματιστικής δικαιολόγησης.
Έτσι, η ισχύς των αξιών δεν οφείλεται στο δεσμευτικό χαρακτήρα των προσταγμάτων τους αλλά στο γεγονός ότι αντιστοιχούν σε μια προσοικειωμένη από τους δρώντες κοσμοθεωρητική παράσταση. Δηλαδή, εφόσον οι αξίες και τα κριτήρια συγκροτούνται μέσω μιας πρακτικής εντός των συμβάσεων με σκοπό την επίτευξη κοινώς παραδεκτών, επωφελών σκοπών, τότε ποιο κανονιστικό κριτήριο επιτρέπει μια ερμηνεία αυτής της παράδοσης; Αυτό είναι ένα από τα αδιέξοδα του φιλελευθερισμού, γιατί ελλείψει αυτών των κριτηρίων και του συναφούς κανονιστικού λόγου, ο κοσμοθεωρητικός “πλουραλισμός” του φιλελευθερισμού εκπίπτει σε μια γενικευμένη ανοχή των πάντων, δηλαδή ακόμη και των συμπεριφορών που διατρύουν το αξιολογικό πλέγμα που συνέχει μια κοινωνία.
Αυτή η ουσιαστική άρνηση της καθολικότητας των αξιών, που συνδυάζεται με την έκπτωση των μεταφυσικών πεποιθήσεων, συμπαρασύρει με την πτώση της και την οικουμενική αποδοχή που διεκδικεί ο πολιτικός φιλελευθερισμός, δεδομένου ότι αυτός και η μεταφιλοσοφική κουλτούρα του δεν είναι παρά συγκυριακές διαλάμψεις, χωρίς το απαραίτητο οικουμενικό κύρος που διεκδικεί.
Καθώς αρνείται ο φιλελευθερισμός να προσεγγίσει την ελευθερία, ως ορθοπρακτικό όρο για τη σύσταση της πολιτικής, την αντιλαμβάνεται ως κατηγόρημα του ατομικού πράττειν μέσω της δυνατότητας για αυτοέκφραση, και αυτός ο αναπροσδιορισμός της σχέσης ελευθερίας και πρακτικής στη βάση ενός προκρινόμενου τύπου υποκειμενικής θεμελίωσης τροποποιεί το περιεχόμενο της ίδιας της πολιτικής.
Έτσι, η πολιτική εκλαμβάνεται “ως υπόθεση προς διεκπεραίωση” από τις κατάλληλες τεχνικές που δύνανται να επιβάλουν συναινέσεις και εγείρει ένα αίτημα περιγραφής που προκύπτει ως απότοκο της αδυναμίας να εξηγηθεί από τη φιλελεύθερη θεωρία η κοινωνία και η πολιτική. Ο πραγματισμός του πολιτικού φιλελευθερισμού δεν είναι ριζικά ανορθολογικός αλλά εμφορείται από το πνεύμα ενός “χρηστικού ορθολογισμού”, δηλαδή για μιας νεοθετιστικής έμπνευσης ορθολογικότητα που είναι ζητούμενη όσο δύναται να διασφαλίζει μια λυσιτελή αξιοποίηση της γνώσης και να πληροί τα κριτήρια αποδοτικότητας, που απαξιώνουν ή καταξιώνουν κατά το αποτέλεσμα τις πολιτικές πρακτικές τις οποίες υιοθετούν οι πολιτικές κοινότητες. Η άρση των στοιχείων αυτής της πρακτικής διάστασης που διακανονίζει τις σχέσεις των δεσμευτικών όρων της πολιτικής κατακερματίζει τη συνοχή που πορίζει η συνάφεια του πράττειν με την αντικειμενικότητα των αξιών.
Παραβλέποντας ο φιλελευθερισμός τον προκαταρκτικό ορισμό του Λόγου ως κριτικής μεθόδου, εφευρίσκει τη συντηρητική μεθερμηνεία της πολιτισμικής κουλτούρας ως συνόλου
καταφατικών προσδιορισμών στο αίτημα της αποτελεσματικότητας και σε αντίθεση με τη φιλοσοφική αναζήτηση της αλήθειας και της ελευθερίας, για να ενθρονίσει την πραγματιστική
“αλληλεγγύη”, που αποχωρισμένη από την πραξεολογική φιλοσοφία προσβλέπει σε ένα φορμαλιστικό αίτημα δικαιοσύνης.
Έτσι μαζί με το τέλος της φιλοσοφίας, ο πολιτικός φιλελευθερισμός, πρεσβεύει και το τέλος της πολιτικής ως πρακτικής τελούμενης σε ένα κανονιστικό πλαίσιο δράσης, προσπαθώντας
να διασώσει το “φιλελευθερισμό”, χωρίς τον ορθολογισμό του, δηλαδή χωρίς το ορθολογικό περιεχόμενο που έχει συγκροτήσει το φιλελεύθερο αίτημα. Η αυθαιρεσία αυτή χαρακτηρίζει
και την αντίληψη του για το σχηματισμό των κανόνων οι οποίοι, αποκομμένοι από την κριτική ορθολογική τους διάσταση, τίθεται κυρίως ως τυπικοί όροι οργάνωσης της πραγματιστικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία συγκρότησης της πολιτικής ως αντικειμένου της θεωρίας. Στο βαθμό που η πολιτική νοείται σε απόσταση από την καθολικότητα των αξιολογικών της προσταγμάτων και τη δεσμευτική ισχύ των αξιωμάτων της, οι έννοιες της συμμετοχής, της δικαιοσύνης, της ισότητας και της αλληλεγγύης θα συρρικνώνονται προς όφελος της αποδοτικότητας. Η φιλελεύθερη ουτοπία αναδεικνύει την πολιτική ως απλή άσκηση και τεχνική που επιτείνει τους κοινωνικούς χωρισμούς και διατρύει το δημόσιο χώρο.
Ο κατακερματισμός αυτού του χώρου στερεί την πολιτική από τη δημόσια αναφορά της και
την καθιστά αντικείμενο του ατομικού πράττειν, ώστε να αδυνατεί να υπερκεράσει τις επιμέρους ατομικές αποβλέψεις. Έτσι η συρρίκνωση της αξιολογικής συνοχής του πολιτικού στοιχείου στη νομιμότητα της συμβατικής του αποδοχής αίρει και το περιεχόμενο της ορθολογικής πολιτικής επιλογής.

* ΓΕΝ.ΓΡΑΜ. ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ, ΑΝΩΤΑΤΟΣ AΠΟΣΤΡΑΤΟΣ Αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας-Υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο ABERDEEΝ με θέμα «Ευρωαντλαντικές σχέσεις και συνεργασία με τη Ρωσία».

  • Μεταπτυχιακό στις Στρατηγικές Σπουδές και Διεθνείς Σχέσεις – Πανεπιστήμιο ABERDEEN
  • Αεροπορική Επιστήμη – ΣΧΟΛΗ ΙΚΑΡΩΝ
  • Στατιστική- Ανώτατη  Βιομηχανική Σχολή Πειραιά
  • Ηλεκτρονικός Αυτοματισμός – Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Ποιοτικά Πρότυπα Διοίκησης και Οργάνωσης – Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης
  • Προγραμματισμός Η/Υ – Πολεμική Αεροπορία
  • Εναέρια  Κυκλοφορία, Διαχείριση Εναερίου Χώρου – Σχολή Ικάρων και ΥΠΑ
  • Θέματα Εκπαίδευσης και Τυποποίησης – Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ