Ο πατήρ Δημήτριος για τον Τελώνη και Φαρισαίο

195
Σε είδα να μπαίνεις στο Ναό με τον αέρα του νικητή.
Να σέρνεις τα ακριβά σου βήματα με αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι σε κοιτάζουν όλοι.
Είδα στο βλέμμα σου την πεποίθηση του σπουδαίου.
Ήσουν πάλι κομψός, περιποιημένος.
Υψηλή θέση στην κοινωνία, μεγάλος μισθός, αυτοκίνητο και καλοπέραση.
Ερχόσουν στην Εκκλησία σπάνια.. Μόνο πασχαλιάτικα ως έθιμο, από συνήθεια παιδική.
Μία ματαιοδοξία τελευταία σου τριγύριζε το μυαλό.
Να διακριθείς και στα κοινά.
Και από πού να αρχίσεις ;
Μα από την Εκκλησία !!
Κοντοστάθηκες στο παγκάρι, έριξες επιδεικτικά το χαρτονόμισμα και πήρες το κερί. Έκανες να ψελλίσεις δύο λόγια προσευχής μα κατάλαβες πως δεν τα χρειάζεσαι.
Τοποθέτησες το κερί και είπες…» για τον σκοπό μου » …
Ο επίτροπος σε οδήγησε στον σολέα, τον είχαν ειδοποιήσει. Από εκεί θα σε βλέπουν όλοι. Ήσουνα πολύ ικανοποιημένος με τον εαυτό σου.
Λίγο πριν την απόλυση ο Ιερέας βγάζει έναν «φιλιππικό» για εσένα με τα καλύτερα λόγια για την προσωπικότητά σου, ήταν και αυτός ειδοποιημένος.
Το χαμόγελο έχει κατακλύσει το πρόσωπό σου και τα μάτια σου λάμπουν.
Παίρνεις πρώτος το αντίδωρο, αλλάζεις δύο θερμές κουβέντες με τον Ιερέα και κατευθύνεσαι προς την έξοδο.
Την στιγμή αυτή μπαίνει στον Ναό ο κυρ-Ηλίας ο ζητιάνος της πλατείας.
Μπαλωμένα ρούχα, τρύπια παπούτσια, αλλόκοτη εμφάνιση.
Ο κυρ-Ηλίας βαδίζει προς την εικόνα του Εσταυρωμένου και σκύβει ευλαβικά το κεφάλι. Σταγόνες από δάκρυα λαμπιρίζουν το πρόσωπό του.
Tον προσπερνάς βιαστικά και αγριεμένα…
Στην πόρτα σε περιμένει ο επίτροπος για να σε κατευοδώσει.
Του παραπονιέσαι για τον κυρ-Ηλία λέγοντας του…» πώς μπορεί να μπαίνει ένας τέτοιος κουρελής στην Εκκλησία » ;
Ο επίτροπος σου χαμογελά, σε κτυπά με κατανόηση και σεβασμό στην πλάτη, σε χαιρετά ευγενικά και σου δίνει ένα έντυπο.
Μπαίνεις στην λιμουζίνα και διαβάζεις μηχανικά στην πρώτη σελίδα… » πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται » …
Σήκωσες το βλέμμα σου από το χαρτί και βλέπεις τον κυρ-Ηλία να βγαίνει από την Εκκλησία με φωτεινό πρόσωπο.
Τα μάτια σας διασταυρώθηκαν.
Ένας κρύος ιδρώτας έλουσε το πρόσωπό σου.
Ο κυρ-Ηλίας, έβαλε το χέρι στο στήθος και σε χαιρέτησε από μακριά, βγάζοντας το τρυπημένο του καπέλο. Και κίνησε για τον δρόμο της ζητιανιάς.
Εσύ έντρομος, έψαχνες απεγνωσμένα στο φυλλάδιο να ανακαλύψεις τον ρόλο σου.
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν…»Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στον Ναό για να προσευχηθούν ὁ ένας ήταν Φαρισαῖος και ὁ ἕτερος τελώνης»….

 

ΠΑΤΗΡ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ