Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

ΑΡΘΡΟ ΣΤΑ ΝΕΑ ΚΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΤΑ ΝΕΑ»
ΣΑΒΒΑΤΟ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2008
Αρ.Φύλλου:19

193

Ένας βράχος στο πατάρι
Γράφει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης

O Μάρκος, γέρος, πια, μεγαλοπρεπής, πηγμένος από ζωή, κάθονταν στη μέση της ορχήστρας σαν τοτέμ. Ένας βράχος στο πατάρι. Ένα είδος Βούδα του ρεμπέτικου. Το μάτι του ελεγχόμενη, πια, αστραπή. Τα χέρια του χοντρά, χασαπίσια, σαν τσαμπιά μπανάνες- κι όμως ανάλαφρα, περπατούσανε καβουρωτά στους μπερντέδες του μάνικου, βγάζοντας νότες στακάτες, βαριές, χωρίς φλυαρίες και δεξιοτεχνίες και πουστιές.

Τον άκουγα: ο μόνος που δεν τραγουδούσε αναίμακτα. Φωνή, ρόχθος, με γρέζια. Γκαϊλέδες παλιοί, γυναίκες, πουτάνες, τζουριές, δόξες και ταπεινώσεις, μαγκιές κι αξιοπρέπεια κι αλκοόλ.

Όλα αναδύονταν απ΄ τη φωνή του ανάκατα διασχίζοντας δεκαετίες και έρχονταν και διαχέονταν στην αίθουσα την ντουχνιασμένη από καπνούς, σ΄ αυτό το λαϊκό μαγαζί, στο Βαρδάρι. Κι άκουγα που ο κόσμος νταλακδιάζονταν μαζί του, βογγούσε.

Είχε χρόνια να ΄ρθει ο Μάρκος στη Θεσσαλονίκη. Και τώρα (θα ΄ταν το 1971, 72;) όταν μού ΄πε ο συντάκτης της Μακεδονίας στο οποίο ήμουνα μαθητευόμενος ότι θα πάει να τον δει, τον παρακάλεσα να με πάρει μαζί του. Θα του έκανε, λέει, συνέντευξη- μια συνέντευξη που ποτέ δεν βγήκε και την κουβαλάω εδώ και πολλά χρόνια. Μου ΄πε: εγώ θα ρωτάω, εσύ κράτα σημειώσεις στο μπλοκάκι.

Μετά το μαγαζί πήραμε τον Μάρκο και πήγαμε να φάμε και να τα πούμε, παρακάτω σε ένα μαγαζί. Ήταν ψηλός άντρας, με μεγάλα κανιά, επιβλητικός. Νόμιζα, πιο πολύ από τη φήμη που είχε κι απ΄ τον θαυμασμό που του είχα (και τον έχω) ότι περπατούσα δίπλα σε έναν γίγαντα.

Κάτσαμε σ΄ ένα φαγάδικο- ξενυχτάδικο που σέρβιρε κρέας κοκκινιστό, κότα στον φούρνο με πατάτες και, αν ήθελες, πατσά. Παραγγείλαμε φαΐ και μαλαματίνες.

Ο φίλος τον κοίταζε με συγκρατημένο δέος- δεν ήξερε από πού ν΄ αρχίσει. Μετά τα τυπικά τον ρώτησε πώς έγινε και έμαθε μπουζούκι. Πώς ξεκίνησε. Πώς τού ΄ρθε να πιάσει στα χέρια του το παλιόξυλο.

Ο Μάρκος πολύ φιλικά, σαν να ξερενόμασταν από καιρό, είπε:
– Έφυγα απ΄ τη Σύρα δεκατρίο χρονώ- είχα γεννηθεί εκεί το 1905. Στην Άνω Χώρα, στο Σκαλί. Έφτασα στον Περαία. Ο πατέρας μου, που ήρθε κι αυτός λίγο αργότερα στον Περαία, μαζί με την άλλη οικογένεια, μια μέρα κάλεσε στο σπίτι ένα φίλο του Συριανό μπουζουξή, τον Νίκο τον Αϊβαλιώτη. Αυτός είχε κάνει στις φυλακές και στα έτσι. Φάγαμε, πήρε το μπουζούκι και άρχισε να παίζει. Ήπιε λίγο ρετσίνα ο Μάρκος, άναψε τσιγάρο.

Συνέχισε:
– Όταν τον άκουσα, μού ΄ρθε καδρόνι κατακέφαλα. Άνοιξαν οι ουρανοί και είδα την Παναγία. Τρελάθηκα. Δεν είχα ξανακούσει να παίζουνε έτσι. Κι εκείνη τη μέρα ορκίστηκα.

– Ορκίστηκες;
– Ναι. Πως αν δεν μάθω κι εγώ μπουζούκι, αν δεν μάθω εγώ αυτό το όργανο, να κόψω το χέρι μου με την τσατίρα, το μαχαίρι που σπάζουνε τα κόκαλα στα σφαγεία.

Και από ΄κείνη τη μέρα παράτησα τη δουλειά, το μεροκάματο και βρήκα ένα παλιομπούζουκο και παιδευόμουνα όλη μέρα μόνος μου. Πολεμούσα. Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουνα, δεν πήγαινα πουθενά. Εκεί, κόκαλο.

Ο συνάδελφος- εγώ άκουγα κι έγραφα:
– Μέχρι τότε πού δούλευες;
Ο Μάρκος:
– Στον Περαία όταν έφτασα, έπιασα δουλειά στα καρβουρνιάρικα. Κουβαλούσα το κάρβουνο με τη χαμαλίκα. Αργότερα κι άλλα είδοσα, εμπορεύματα. Μετά έπιασα εκδοροσφαγεύς στα Σφαγεία Πειραιώς. Αλλά δεν την άντεχα αυτή τη δουλειάαγαπούσα πάντα πολύ τα ζώα, τα πουλιά. Κι όταν έγινε αυτό με τον Αϊβαλιώτη, σταμάτησα. Ήμουνα όλη μέρα αγκαλιά με το μπουζούκι. Μάθαινα μόνος μου. Και γυρνούσα στους τεκέδες- τότε ήτανε γεμάτος ζούλες ο Περαίας- και άκουγα τους παλιούς μάγκες που παίζανε. Τους έκλεβα το παίξιμο. Αυτοί το κατείχανε καλά το εργαλείο. Παρακολουθούσα τα χέρια τους, ώρες. Ρωτούσα. Κι επειδή ξηγιόμουνα καλά, με βοηθούσανε. Μου μάθανε πολλά μυστικά- μέχρι και τα καραντουζένια.

– Τι είναι τα καραντουζένια;
Ο Μάρκος μας κοιτάζει και τους δυο, συμπαθητικά, όπως κοιτάς έναν άσχετο.

Λέει:
– Είναι διαφορετικά κουρντίσματα του μπουζουκιού, που βγάζουνε καλύτερο, να πούμε, αίσθημα. Άλλο πράμα.

Τρώει λίγο φαΐ. Πίνει ρετσινούλα.

Λέει:
– Τότες, εκείνη την εποχή, ήμουνα και μικρός, ούτε είκοσι, γνώρισα και παντρεύτηκα την πρώτη μου γυναίκα, την κάργια, την Ζιγκοάλα. Η πιο όμορφη γυναίκα ήτανε. Λεοντάρι. Αλλά καργιόλα. Τα ΄φτιαξε με τον κουμπάρο μας τον Γιωργάκη. Κι αυτός την πήρε και συζούσανε. Παντρεμένος με άλλην αυτός και με παιδί- τους παράτησε για τη Ζιγκοάλα. Καταλαβαίνεις τι υπόφερα. Την αγαπούσα πολύ, πέθαινα. Πήγαινα κάθε νύχτα στα παραθύρια της και της πετούσα πετραδάκια, να βγει, να τηνε δώ. Κι αυτή να είναι μέσα και να γαμιέται με τον άλλονε.

Ο φίλος βλέπει τον Μάρκο να σκοτεινάζει και αλλάζει θέμα:
– Μάρκο, στη Σύρα, πώς ήτανε η οικογένεια, πώς μεγαλώσατε;
Ο Μάρκος χαλαρώνει κάπως:
– Μέναμε στο Σκαλί, στην Άνω Σύρα- εκεί ήμασταν καθολικοί. Και η οικογένεια, φτωχοί. Ο πατέρας μου Δομένικος Βαμβακάρης έπλεκε καλάθια- ή δούλευε όπου βρει. Κι η μάνα μου η Ελπίδα, φτωχή, το γένος Προβελεγγίου. Τρία αδέρφια ήμασταν. Ο Λινάρδος, ο Φραγκίσκος κι εγώ. Μικρό σπιτάκι, με υπόγειο.

Πιάνει το ποτηράκι να πιει ρετσίνα. Παρατηρώ τη χερούκλα του. Στο μεσαίο δάχτυλο χοντρό χρυσό δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα. Σκέφτηκα: πώς παίζει τόσο ωραία μ΄ αυτά τα χοντρά δάχτυλα; Και τότε θυμήθηκα κάτι που είχε πει ο Τσιτσάνης: «Πολλοί μπορεί να παίξουνε καλύτερα τα τραγούδια του Μάρκου, κανείς όμως δεν μπορεί να τα πει ομορφότερα απ΄ αυτόν».

Και τότε κατάλαβα. Κατάλαβα τη διαφορά ανάμεσα στην δεξιοτεχνία και την ουσία. Την ουσία του Μάρκου. Ανάμεσα σ΄ έναν που παίζει μπουζούκι-ραπτομηχανή, κι έναν που με τρεις νότες σου αρπάζει τα σπλάγχνα.

Ο συνάδελφος:
– Η ζωή στη Σύρα πώς ήτανε;
– Δύσκολη. Φτώχεια. Το 1912, πήρανε τον πατέρα στρατιώτη. Εγώ πήγαινα σχολείο, τρίτη δημοτικού, κι αναγκάστηκα να σταματήσω. Η μάνα μου άρχισε να δουλεύει, έγκυος, σ΄ ένα κλωστήριο. Το ίδιο κι εγώ. Έκανα πολλές δουλειές. Σε μανάβικο, σε υφαντουργείο, εφημεριδοπώλης, λούστρος. Και έμπλεξα, τότε, με τον αλητεμένο κόσμο. Με τη μαγκιά της Σύρας.

– Στην οικογένεια έπαιζε κανείς, τότε, μουσική; Ο Μάρκος:
– Ο πατέρας έπαιζε καλή γκάιντα. Κι εγώ τον συνόδευα στις Αποκριές, με ένα νταούλι. Παίζαμε στα μαγαζιά, βγάζαμε κάνα φράγκο. Τότες πρωτάκουσα ζεϊμπέκικα και χασάπικα και περάσανε μέσα μου αυτοί οι ρυθμοί κι αυτοί οι δρόμοι.

Αργότερα που έμαθα μπουζούκι ξεκίνησα αμέσως να γράφω και τραγουδάκια- αλλά έγραφα στίχους, από μικρός.

– Στην μορτιά του Περαία, πώς μπήκες; Ποιους γνώρισες;
– Η πιο μοιραία, να πούμε, γνωριμία ήτανε με τον Μπάτη, που έπαιζε μπαγλαμά. Αυτός ήτανε μεγάλη ιστορία. Παλιατζής, φαρσέρ, καφετζής, φαρμακοτρίφτης, οδοντογιατρός. Μέχρι και χοροδιδασκαλείο έκανε, του «Ζωρζ Μπατέ». Πολύ έξυπνος άνθρωπος. Απ΄ αυτόνε γνώρισα τον Στράτο τον Παγιουμτζή, μεγάλο τραγουδιστή, και τον Ανέστη τον Δελιά τον συνθέτη. Κάναμε μαζί την πρώτη ρεμπέτικη Κομπανία που την λέγαμε «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».

– Και πού παίζατε;
– Πρωτοπαίξαμε στη μάντρα του Σαραντόπουλου, στα Άσπρα Χώματα. Το 1932 ήτανε; Το 1934; Τότε γραμμοφώνησα και το πρώτο τραγούδι με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Έπρεπε να ΄ρχόσουνα ρε μάγκα στον τεκέ μας». Μετά έκανα ένα δικό μου μαγαζί, το Ρομαντικόν Μπαρ «Ο Μάρκος», αλλά δεν είχε χαΐρι.

Δεν μου δώνανε άδεια απ΄ την Αστυνομία, γιατί δεν κάρφωνα.

– Πάντως ήτανε καλή περίοδος.

– Ναι, η καλύτερη. Έγραψα πολλά τραγούδια, παίζονταν παντού, βούιζε ο τόπος. Έβγαλα λεφτά. Όπου και να πήγαινες, παίζανε Μάρκο. Μαγαζιά, ράδια, γραμμόφωνα. Άλλαξα όλο το νταλαβέρι της διασκέδασης. Φύγανε τα σμυρναίκα και τα σαντουρόβιολα, τα ντούρου-ντούρου, και καθιέρωσα το μπουζούκι. Το ΄κανα ανφάν γκατέ.

Ο Μάρκος βυζαίνει λίγη ρετσίνα απ΄ το ποτηράκι του. Ανάβει πάλι τσιγαριά. Απ΄ τον τρόπο του που πίνει και καπνίζει, ηδονικά, καταλαβαίνω πως είναι άνθρωπος των γούστων. Της απόλαυσης. Της γλυκιάς κατάχρησης. Τα πάθη τον έχουνε κατασκάψει- κι απ΄ αυτά ρούφηξε κι έκανε έργο. Το μεγάλο του έργο, το θεμέλιο όλου του ρεμπέτικου.

Το ΄γραψε κι ο ίδιος:
«Με πόνους και με βάσανα με προίκισε η φύση…».

Συνεχίζει μόνος του:
– Ήμουνα καλά τότες, αλλά υπόφερα και πολύ. Μ΄ εκείνη τη μέγαιρα την γυναίκα μου τη Ζιγκοάλα. Δεν μπορούσα να ξεφύγω απ΄ αυτήν. Την κυνηγούσα, πολέμαγα να τη συναντήσω, για να τη δω, έστω και πέντε λεφτά. Κι αυτή συζούσε με τον πούστη τον κουμπάρο μας. Δεν το άντεχα. Είχα εκείνο τον καιρ, ένα σωρό γυναίκες. Πλούσιες, φτωχές, πουτάνες, κανονικές. Αλλά το μυαλό μου ήτανε εκεί: στο λεοντάρι, τη Ζιγκοάλα. Μ΄ έτρωγε την ψυχή. Τόσο όμορφη. Με μαράζωνε. Χρόνια τραβούσε αυτό το γκεζί. Τρελαινόμουνα. Κι όταν αποτραβιόμουνα λίγο, με κυ νηγούσε αυτή. Δεν ησύχαζα. Δεν μ΄ άφηνε. Νύχτα-μέρα αυτή η δουλειά. Εκεί, στο σεβντά της.

Ο συνάδελφος:
– Ζούσες, τότε, μόνος σου;
– Μόνος μου, συζούσα με άλλες γυναίκες, έπαιζα, γραμμοφωνούσα. Πήγαινα περιοδείες. Είχα έρθει και στη Σαλονίκη, προπολεμικά- ο Τσιτσάνης τότες ήτανε εδώ φαντάρος. Είχε πλακώσει κι ο Μεταξάς με τις λογοκρισίες. Τα πράματα σιγά σιγά είχανε αρχίζει να ζορίζουνε. Κλείσανε και τους τεκέδες. Τότες, περίπου ώς το 1939, είχα γράψει το κυρίως έργο μου. Ήμουνα στην κορφή. Με τον πόλεμο άρχισαν τ΄ αγριέματα. Πείνα, δυσκολίες. Παίζαμε με μεγάλο κίνδυνο. Πιο πολύ μετά, στον εμφύλιο. Δεν ήξερες από πού θα σού ΄ρθει. Κι είχα και τον γκαϊλέ της Ζιγκοάλας.

– Συνέχιζε αυτό το βιολί;
– Ναί. Ευτυχώς που γνώρισα τότες μια όμορφη κοπέλα, και πολύ νοικοκυρά, τη Βαγγελιώ. Την παντρεύτηκα μέσα στην Κατοχή, το ΄42. Χωρίς να ΄χω πάρει διαζύγιο και η Καθολική Εκκλησία με αφόρισε. Γιατί αυτοί τότες δεν δίνανε διαζύγια. Η Βαγγελιώ με έσωσε. Μου έδωσε τρεις γιους. Τον Δομένικο, τον Στέλιο και τον Βασίλη. Πολύ καλά παλικάρια. Τα καμαρώνω πολύ μέσα μου. Και οι δυο είναι θεριά στη μουσική. Καλύτεροι από μένα.

Ο συνάδελφος, δισταχτικά:
– Και με τη Ζιγκοάλα, τι έγινε;
Ο Μάρκος, κουνώντας το κεφάλι:
– Τίποτα. Το κακό συνεχίστηκε. Και υποφέραμε κι από άλλα στην Κατοχή. Και μετά τον εμφύλιο, τα ίδια. Φτώχεια, πείνα. Είχανε αλλάξει τα γούστα στη μουσική. Καζαντζίδης και τα λοιπά. Μόνο το εξηντατρίο, το εξηνταπέντε, που έγινε ο Τσιτσάνης διευθυντής στην Εταιρεία, με φώναξε και ξανάγραψα. Τότες έκανα δεύτερη γύρα. Στερεώθηκα πάλι. Έγραψα την «Άταχτη», το «Τι πάθος ατελείωτο» κι άλλα, αρκετά.

Ο συνάδελφος δεν ξέρει πώς να το ρωτήσει.

Μετά το ρωτάει στα ίσια:
– Κι αυτά για τη Ζιγκοάλα τα ΄γραψες;
Ο Μάρκος, κοιτώντας τον πλάγια:
– Πες το κι έτσι.

Μετά:
– Ναι. Γι΄ αυτήν την κάργια.

– Η Ζιγκοάλα, τώρα;
Ο Μάρκος:
– Τώρα, τι;
Σβήνει το τσιγάρο του. Δεν θέλει να απαντήσει.

Τελειώσαμε φαγητά και ρετσίνες. Βγήκαμε έξω.

Περπατήσαμε. Έμεινα ένα βήμα πίσω, κοίταζα τον Μάρκο: ένας φαγωμένος βράχος, με μεγάλα κανιά. Ένας κόσμος ολόκληρος. Μας χαιρέτησε θερμά, πατρικά, μας άφησε.

Η εφημερίδα εκείνο τον καιρό περνούσε περιπέτειες. Ο συνάδελφος έφυγε απ΄ τη δουλειά, μαζί με άλλους. Οι σημειώσεις χαθήκανε. Κι έμεινε μόνο η μνήμη. Και ξανάφτιαξα, τώρα, εκείνη τη συνάντηση όπως την ήθελα. Νομίζω πως, κατά βάθος, μάλλον την επινόησα όλη εκείνη την νύχτα με τον Μάρκο. Όπως επινοεί ο καθένας συναντήσεις με ανθρώπους που θαυμάζει πολύ.

Που τους αγαπάει χωρίς ποτέ να τους έχει γνωρίσει. Εξάλλου, ποιος πραγματικά γνωρίζει ποιον; Βγάλε άκρη.

maliakouvaria.blogspot.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ