Ο Έλληνας που Πολέμησε στη Ζούγκλα του Βιετνάμ

40

Στη ζούγκλα του Βιετνάμ, εκεί που πέρασε ξυπόλητος κάποια από τα σημαντικότερα χρόνια της νεότητάς του, τον ξέρουν ως Nguyễn Văn Lập. Αποστρατεύτηκε από τις Λαϊκές Ένοπλες Δυνάμεις του Βιετνάμ με τον βαθμό του λοχαγού και μια χούφτα βαριά κόκκινα παράσημα καρφιτσωμένα καμαρωτά στην ολόλευκη στρατιωτική στολή του.


Για εμάς, είναι ο Κώστας Σαραντίδης, ο Έλληνας Βιετμίνχ, ένας άνθρωπος που κομίζει μια ξεχωριστή εμπειρία έμπρακτης αλληλεγγύης των λαών και υψηλής αίσθησης δικαίου.Μεγαλωμένος σε συνθήκες ένδειας και στέρησης στη Θεσσαλονίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνάντησε από πολύ μικρός το είδωλο της φρίκης και από τότε το είδε ξανά τόσες φορές στη ζωή του που του έγινε οικείο, παρότι πάντα αποκρουστικό. Από τύχη γλίτωσε την τελευταία στιγμή τα ναζιστικά τάγματα εργασίας και από ατυχία βρέθηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του, στη φλεγόμενη γαλλική Ινδοκίνα, στο αιώνιο σταυροδρόμι του καλού και του κακού. Πολέμησε δίπλα στους αντάρτες Βιετμίνχ και έγινε ένας από αυτούς, ένας λαϊκός ήρωας που αγαπήθηκε και τιμήθηκε στην πολύπαθη και θρυλική χώρα του ρυζιού.Τον βρήκα σ’ ένα κλασικό μικροαστικό διαμέρισμα της Πετρούπολης που έκρυβε μια αυθεντική βιετναμέζικη γωνιά στο εσωτερικό του, γεμάτη επιβλητικά πορτρέτα του Hồ Chí Minh, καδραρισμένους επαίνους τιμής, τις αποτυπωμένες χειραψίες του Κώστα Σαραντίδη με τον ξακουστό στρατηγό Giap, τον «Κόκκινο Ναπολέοντα» του Βιετνάμ. Με περίμενε με δύο φλιτζάνια αχνιστό τσάι, μια συνήθεια που κουβάλησε μαζί του στην Ελλάδα, μαζί μ’ ένα νοητό μπαούλο γεμάτο ανάγλυφες αναμνήσεις μιας μυθιστορηματικής ζωής. Παρά τις εννέα αισίως δεκαετίες που βαραίνουν στις πλάτες του, ο Κώστας Σαραντίδης σε ξεγελάει, είναι σαν οι κακουχίες που πέρασε να μη τον έκαμψαν, σαν να του εμφύσησαν την πνοή μιας δυνατής ύπαρξης, της ύπαρξης που διαπνέεται από την αταλάντευτη πεποίθηση ότι έπραξε το σωστό. Αυτό τον διατηρεί, μέχρι σήμερα, αγέρωχο, χαμογελαστό και περήφανο. Θυμάται με την ακρίβεια ενός ψυχαναγκαστικού ερευνητή την κάθε ημερομηνία που καθόρισε την πορεία του και αναβιώνει με κινηματογραφική λεπτομέρεια τα καρέ μιας ταραγμένης και συναρπαστικής εποχής. Ο μοναδικός Έλληνας που πολέμησε στο Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο του Βιετνάμ, αφηγείται στο VICE τη ζωή του.Ο Κώστας Σαραντίδης ζει σήμερα σε ένα διαμέρισμα στην Πετρούπολη.

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1927, ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία και η μάνα μου μακεδονίτισσα νοικοκυρά. Μέναμε στα ξύλινα παραπήγματα στην Τούμπα, κοντά στην εκκλησία του Άι Θεράποντα. Επτά αδέρφια ζούσαμε εκεί, χωρίς φως και νερό. Οι φτωχοί, βλέπεις, κάνουν πολλά παιδιά. Ο πατέρας μου δούλευε στην αλευροβιομηχανία του Αλατίνη. Εγώ πήγα μέχρι την Δ΄ τάξη του Δημοτικού. Αυτή είναι η επίσημη παιδεία μου. Όλα τα υπόλοιπα τα έμαθα στο δρόμο και στη ζούγκλα.

Τότε δεν γνώριζα ακόμη τίποτα για τον κομμουνισμό. Καταλάβαινα μόνο ότι οι αντάρτες είναι πατριώτες που νοιάζονταν για την πατρίδα τους.

Μετά μας βρήκε η Κατοχή. Έκλεισαν τα σχολεία και βγαίναμε να ψάξουμε κανένα κομμάτι ψωμί ή καμία σούπα στα συσσίτια. Ήμασταν πιτσιρικάδες, δεν πολυκαταλαβαίναμε τι ακριβώς συνέβαινε. Νιώθαμε, όμως, την πείνα και τις στερήσεις. Για να βολευτούμε πηγαίναμε στο Βαρδάρη και πουλάγαμε παράνομα καπνό. Εκεί μας έπιασαν σ’ ένα μπλόκο οι Γερμανοί. Πρέπει να ήμασταν συνολικά καμιά 300αριά και εγώ ο πιο μικρός ανάμεσα τους, μόλις 16 χρονών. Μας κράτησαν ένα βράδυ στο κρατητήριο και μετά ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της ζωής μου. Μας πήραν με τα πόδια, με σκοπό να μας οδηγήσουν στα τάγματα εργασίας στη Γερμανία. Η οικογένειά μου δεν ήξερε τίποτα. Δεν τους ενημέρωσε κανείς. Με είχαν για χαμένο. Περάσαμε τα σύνορα στις 22 Σεπτέμβρη του 1943. Δεν πρόκειται πότε να ξεχάσω αυτήν τη μέρα. Περπατάγαμε ώρες και μέρες ολόκληρες μες στο κρύο, εξουθενωμένοι, χωρίς αίσθηση του χρόνου. Κρυώναμε, υποφέραμε, κλέβαμε ό,τι βρίσκαμε, για να φάμε.

Οι Γερμανοί, ταυτόχρονα, οπισθοχωρούσαν. Στο Ζάγκρεμπ βρήκα την ευκαιρία μ’ έναν φίλο και συνοδοιπόρο μου Γιουγκοσλάβο και την κοπανήσαμε. Φόρεσα γερμανική στολή, για να καταφέρω να το σκάσω. Αυτή ήταν η ταυτότητά μου. Περνούσα μπροστά από τα στρατεύματα με τη στολή, γίνονταν της κακομοίρας κατά την οπισθοχώρηση και δε μου έδινε κανείς σημασία. Πηρά το τρένο και πήγα στην Αυστρία. Όταν μπήκαν οι Ρώσοι, φύγαμε μαζί μ’ ένα μπουλούκι για Ιταλία. Εγώ φόραγα ακόμη τα ιδία ρούχα, τα γερμανικά, δεν το ‘χα συνειδητοποιήσει, άσε που δεν είχα και τίποτα άλλο να φορέσω. Περνώντας τα σύνορα, μας συνέλαβαν οι Αμερικάνοι. Μας έστειλαν πρώτα στη Νάπολι. Εκεί, αντάμωσα άλλους τρεις Έλληνες. Μας άφησαν ελεύθερους και πήγαμε στη Ρώμη. Φτάσαμε στην πρεσβεία και ζητήσαμε να γυρίσουμε στην πατρίδα. Ο πρέσβης μάς εξήγησε ότι ήταν δύσκολο, επειδή στην Ελλάδα είχαν ξεσπάσεις νέες ταραχές τότε, που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Μας είχε στην αναμονή.

Ο πόλεμος των Αμερικανών ήταν πολύ βρόμικος. Εγώ ήξερα στον πόλεμο να είναι όπλο απέναντι σε όπλο, όχι να σκοτώνουν γυναικόπαιδα και να ρίχνουν ναπάλμ στα πιτσιρίκια.

Ανταμώσαμε έναν Έλληνα λεγεωνάριο. Αυτός μας στρατολόγησε στη Λεγεώνα των Ξένων. Μας έβαλαν στο βαπόρι και μας έστειλαν στην Αλγερία, για να εκπαιδευτούμε. Δεινοπαθήσαμε σε επώδυνα, αλλά άχρηστα καψώνια και αυτοί απλά έβγαζαν πάνω μας τα απωθημένα τους. Τίποτα απ’ αυτά που μάθαμε δεν απέδωσε στην πραγματική μάχη. Άλλο πράγμα η έρημος της Αφρικής και άλλο τα εδάφη της Άπω Ανατολής. Μας κάλεσαν να πάμε στην Ινδοκίνα να αφοπλίσουμε Γιαπωνέζους. Μπήκαμε σ’ ένα μεγάλο βαπόρι στο Αλγέρι και μετά από 20 περίπου μέρες φτάσαμε στη Σαϊγκόν. Ήταν 2 Φεβρουαρίου 1946. Γιαπωνέζους, βέβαια, δε βρήκαμε. Αντίθετα, βρήκαμε έναν λαό που πάσχιζε για την ανεξαρτησία του. Ήταν τόσα χρόνια σκλάβοι των αποικιοκρατών.

Ο κύριος Κώστας θυμάται τις εποχές που οι Αμερικάνοι πυρπολούσαν ολόκληρα χωριά.

Δυο μήνες έμεινα στη Λεγεώνα και σοκαρίστηκα από το μίσος που έβγαζαν εναντίον του απλού κόσμου. Είχαν μετατραπεί σε αληθινούς δήμιους. Έκαιγαν τις καλύβες των χωρικών, πυρπολούσαν ολόκληρα χωριά, ξεκοίλιαζαν έγκυες γυναίκες, έσφαζαν μωρά. Όλα αυτά με ξένισαν από την πρώτη στιγμή. Εντάξει, γράμματα δεν ήξερα, αλλά κάτι θυμόμουν από το σχολείο για την Επανάσταση του 1821. Ξεκίνησε να γεννιέται μέσα μου η απόφαση. Δεν ήθελα να λερώσω τα χέρια μου, να κάνω σ’ έναν ξένο λαό αυτά που έκαναν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι στην πατρίδα μου. Έψαχνα έναν τρόπο, για να έρθω σε επαφή με τους αντάρτες, τους Βιετμίνχ. Τότε, προέκυψε ένα τυχαίο γεγονός. Ο λοχαγός μας έφερε μια κοπέλα, Βιετναμέζα. Ήταν πολύ όμορφη και γλυκιά, αλλά εγώ στο μυαλό μου την είχα για πόρνη, αφού πήγαινε με τον λοχαγό και μ’ ενδιέφερε μόνο να της δώσω λίγα λεφτά, για να κάνω και εγώ κάτι μαζί της. Ωστόσο, η κοπέλα, όπως διαπίστωσα, ήταν αγωνίστρια του κινήματος που είχε παρεισφρήσει στη Λεγεώνα, για να συλλέξει πληροφορίες για τον αντίπαλο. Αυτή με βοήθησε να καταλάβω τι γίνεται.

Άφησα ένα γράμμα στους φίλους μου τους Έλληνες, όπου τους ανακοίνωνα ότι έφευγα επειδή δεν ήθελα, όταν θα πέθαινα, να βλαστημάνε πάνω από τον τάφο μου. Στις 4 Απριλίου του 1946, λιποτάκτησα μ’ έναν φίλο μου Ισπανό. Απελευθερώσαμε 26 Βιετναμέζους αιχμάλωτους, κλέψαμε ένα οπλοπολυβόλο και φύγαμε για το βουνό. Μετά από κάποιες μέρες, βρήκαμε και άλλους αντάρτες. Αυτοί, να καταλάβεις, είχαν μόνο κάτι μαχαίρια και γιαταγάνια. Όταν είδαν το οπλοπολυβόλο, έστησαν πανηγύρι. Με πέρασαν από κάποια τεστ, για να τσεκάρουν την αξιοπιστία μου. Καλά έκαναν οι άνθρωποι, είχαν περάσει και άλλοι πριν από μένα και τους εξαπάτησαν.

Φορά ακόμα με περηφάνια τα κόκκινα μετάλλιά του.

Στη ζούγκλα φτιάχναμε αυτοσχέδιες καλύβες και μέναμε εκεί. Πρέπει να πέρασα περίπου έξι χρόνια ξυπόλητος. Στα διαλλείματα από τις μάχες, καλλιεργούσαμε τα χωράφια, για να έχουμε φαγητό. Ο στρατός εκεί έβγαζε με τον ιδρώτα του το ψωμί του. Ο κόσμος, βέβαια, μας αγαπούσε και μας τροφοδοτούσε όσο μπορούσε με τροφή.

Ο πόλεμος είναι βάρβαρο πράγμα. Δεν σου δίνουν κουφέτα. Μόνο σκοτωμούς βλέπεις. Η σφαίρα που ρίχνεις δεν ξέρεις πού θα πάει και ούτε γυρίζει πίσω να σου πει τι έγινε. Πάνω από τα πτώματα των συντρόφων μας βάζαμε τα όπλα και πολεμούσαμε. Σας εύχομαι ποτέ να μην το ζήσετε αυτό. Έβλεπα συχνά εφιάλτες και έτρεμα ολόκληρος. Ακόμη βλέπω καμιά φορά, αλλά γέρασα και η ταινία ξεθωριάζει. Εμείς, στις μάχες που δίναμε, δεν σκοτώναμε εν ψυχρώ. Οι Γάλλοι το έκαναν. Εμάς το πιστεύω μας ήταν, όταν ο άνθρωπος σηκώσει το χέρι, παύεις να πολεμάς, δε σκοτώναμε μπαμπέσικα. Οι Γάλλοι πυροβολούσαν τους αιχμάλωτους τραυματίες, για να μη τους κουβαλάνε. Εμένα μου έφεραν μια φορά έναν αιχμάλωτο Γάλλο, με κομμένο το ποδάρι, του φτιάξαμε μια πατερίτσα και το βράδυ, για να τον υποδεχτούμε, του φτιάξαμε μια σούπα με ρύζι και ζάχαρη. Μας διηγήθηκε πως πιάστηκε. Τραυματίστηκε, έμεινε ολομόναχος σε μια χαράδρα και οι Βιετναμέζοι τον βρήκαν και τον περιέθαλψαν. Καταλαβαίνεις, τον έσωσαν, χωρίς να νοιαστούν αν είναι δικός τους ή ξένος.

Η πρώτη μου γυναίκα ήταν αντάρτισσα. Τη γνώρισα στη μάχη και ερωτευτήκαμε.

Τραυματίστηκα κι εγώ δύο φορές. Έκανα εγχείρηση σ’ ένα πρόχειρο ιατρείο, χωρίς νάρκωση. Πόνος, αλλά και τι άλλο να κάνεις; Μια φορά πιάστηκα αιχμάλωτος. Όμως στάθηκα τυχερός και κατόρθωσα να δραπετεύσω. Με φύλαγαν οι ορεσίβιοι, που ήταν αγαθοί άνθρωποι, αλλά οι Γάλλοι τους εκμεταλλεύονταν. Εγώ είχα μάθει τη νοοτροπία τους και μπόρεσα να τους τουμπάρω.

Τότε δεν γνώριζα ακόμη τίποτα για τον κομμουνισμό. Καταλάβαινα μόνο ότι οι αντάρτες είναι πατριώτες που νοιάζονταν για την πατρίδα τους. Αυτό εκτίμησα και έμεινα κοντά τους. Με το πέρασμα του καιρού, την εμπειρία και τη μελέτη, ξεκίνησα να ασχολούμαι με την πολιτική. Έγινα μέλος στο Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και το θεώρησα μεγάλη τιμή.

Όλο αυτό το διάστημα προσπαθούσα να απωθήσω τις μνήμες της οικογένειάς μου. Δε συμφέρει στον πόλεμο να θυμάσαι ότι έχεις μάνα και πατέρα, θα σου δημιουργήσει προβλήματα στη μάχη. Έβλεπα καμιά φορά στον ύπνο μου τη μάνα μου και πεταγόμουν.

Η διήγηση της ζωής του κ. Κώστα είναι η Ιστορία του κόσμου.

Αυτός ο πρώτος πόλεμος με τους Γάλλους διήρκεσε εννέα χρόνια. Τελείωσε το 1954, με τη νίκη των Βιετναμέζων επί των Γάλλων στη μεγάλη μάχη του Ντιεν Μπιεν Φου. Η χώρα χωρίστηκε στα δύο. Οι αντάρτες μετακινήθηκαν στο Βορρά, οι δοσίλογοι και οι Γάλλοι στο Νότο. Η συνθήκη της Γενεύης όριζε ότι μετά από δύο χρόνια θα γίνουν εκλογές και θα υπάρξει ενοποίηση. Βέβαια, οι Αμερικάνοι ήθελαν με κάθε τρόπο να αποτρέψουν την επικράτηση των κομμουνιστών σε όλη τη χώρα. Δεν προλάβαμε να χαρούμε το τέλος του πολέμου. Προτού καλά-καλά αποχωρήσουν οι Γάλλοι, εισέβαλλαν οι Αμερικάνοι. Ήξεραν ότι, αν γίνονταν ελεύθερες εκλογές, όλος ο κόσμος θα ψήφιζε τον Hồ Chí Minh. Ήταν σπουδαίος ηγέτης, ο καλύτερος.

Εγώ τότε ήμουν στο Βόρειο Βιετνάμ και έκανα αίτηση να πάω στον νότο να πολεμήσω. Μου είπαν ότι δεν πολεμάς τους Αμερικανούς μόνο με όπλα – και ένα χωράφι αν σκάβεις, και έναν δρόμο αν ανοίγεις, όλα αυτά είναι συνεισφορά στον αγώνα. Ο καθένας από εμάς στον βορρά δούλευε και για τον εαυτό του και για να βοηθήσει τους αντάρτες στον νότο. Πολεμούσαμε όλοι με τον τρόπο μας.

Τους εξήγησα πως, αν είναι αντιδραστικιά και λειτουργεί εις βάρος της επανάστασης, δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί της. Πρόδωσα τη γυναίκα μου; Ναι, την πρόδωσα.

Ο πόλεμος των Αμερικανών ήταν πολύ βρόμικος. Εγώ ήξερα στον πόλεμο να είναι όπλο απέναντι σε όπλο, όχι να σκοτώνουν γυναικόπαιδα και να ρίχνουν ναπάλμ στα πιτσιρίκια. Τέτοια πρόστυχα πράγματα έκαναν. Τι δουλειά είχε η Αμερική να πάει στο Βιετνάμ; Γέμισε ο κόσμος φέρετρα. Πήραν στον λαιμό τους τόσα νέα παιδιά. Βλέπω της χήρες των Αμερικανών στρατιωτών και πονάει η καρδιά μου.

 

Η πρώτη μου γυναίκα ήταν αντάρτισσα. Τη γνώρισα στη μάχη και ερωτευτήκαμε. Ήταν άτυχη, όμως. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο Hồ Chí Minh εφάρμοσε ένα πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης και αναδιανομής της γης, επειδή οι αγρότες μέχρι τότε ήταν δούλοι των τσιφλικάδων. Η γυναίκα μου πήγε να δουλέψει ως νοσοκόμα σ’ ένα κοχλόζ. Όταν είσαι άπειρος, κάτι θα γίνει στραβά. Έτυχε, λοιπόν, στο νοσοκομείο που δούλευε η γυναίκα μου να πεθάνει ένα στέλεχος της κυβέρνησης. Έγινε έρευνα, έψαχναν ψύλλους στ’ άχυρα και έπιασαν τον γιατρό και τη γυναίκα μου που ήταν νοσοκόμα. Τους κατηγόρησαν ως αντιδραστικούς, ότι τον εξόντωσαν εσκεμμένα. Την έβαλαν στη φυλακή. Ήρθαν τα στελέχη του κόμματος και μου ζήτησαν να απολογηθώ. Τους εξήγησα πως, αν είναι αντιδραστικιά και λειτουργεί εις βάρος της επανάστασης, δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί της. Πρόδωσα τη γυναίκα μου; Ναι, την πρόδωσα. Μόνο εγώ ξέρω αν στεναχωρήθηκα. Κόπηκαν τα γόνατά μου, φοβήθηκα μη μου έρθουν κακές σκέψεις στο μυαλό μου, χτυπούσα το κεφάλι μου στο ντουβάρι, για να συνέλθω. Αλλά τι να έκανα; Πίστεψα σε αυτό που έλεγαν.

Και εδώ που ήρθα, δεν άλλαξα. Κομμουνιστής ήμουν και αυτό παραμένω, μέχρι σήμερα.

Με τον καιρό, έφτιαξα ξανά τη ζωή μου. Παντρεύτηκα τη δεύτερη γυναίκα μου, έμεινε έγκυος. Για την κυβέρνηση είχε έρθει ταυτόχρονα η στιγμή να διορθώσει τα παλιά σφάλματα. Το κόμμα διαπίστωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και πήρε πρωτοβουλίες, ξεκινώντας με την απελευθέρωση όσων είχαν άδικα φυλακιστεί. Οι άνθρωποι που αποφυλακίστηκαν διεκδίκησαν αυτό που ο καθένας είχε στερηθεί. Η πρώτη μου γυναίκα ζήτησε τον άνδρα της. Με κάλεσε ο υπεύθυνος του κόμματος και μου διεμήνυσε ότι μου επιτρέπουν να έχω δύο γυναίκες. Στεναχωρήθηκα, παραφέρθηκα, έδωσα μια στην πόρτα και έφυγα. Μου κακοφάνηκε, ρε παιδί μου. Να πάρω δύο γυναίκες; Από πού και ως πού; Εμείς πολεμούσαμε ενάντια στην πολυγαμία. Αυτοί ένιωσαν προσβεβλημένοι και με διέγραψαν. Τι να πεις; Δεν έφταιγαν αυτοί, διαταγές εκτελούσαν.

Γύρισα το 1965 στην Ελλάδα, μαζί με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Τότε είδα πρώτη φορά ξανά τη μάνα μου. Προτού ανταμωθούμε, είχαμε αλληλογραφία από το 1954. Εγώ ήμουν υπεύθυνος των αιχμαλώτων και απελευθερώνοντας έναν, τον εμπιστεύτηκα να πάει ένα γράμμα στο σπίτι μου. Έτσι ξεκινήσαμε να επικοινωνούμε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η καημένη η μάνα μου είχε κάνει τρεις φορές κόλλυβα. Όποτε ρώταγε για μένα και δεν μάθαινε νέα μου, έβαζε τα μαύρα. Πήγα στη Θεσσαλονίκη και τους βρήκα. Τα ‘χασα. Μικρό παιδάκι έφυγα από την πόλη. Όλα ήταν διαφορετικά. Είχα χάσει την ελληνική ιθαγένεια, επειδή δεν είχα πάει Στρατό. Ευτυχώς, είχα κρατήσει το χαρτί από τη Λεγεώνα, το έδειξα στο δικαστήριο και αθωώθηκα. Έψαξα για δουλειά, στην αρχή δούλευα με τον αδερφό μου, που ήταν έμπορος ξηρών καρπών. Ύστερα, έβγαλα δίπλωμα οδηγού και δούλεψα οδηγός νταλίκας, στην αρχή στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα.

Βλέπω ακόμη και σήμερα νέους πολέμους, νέο αίμα. Γιατί; Ποτέ ξανά πόλεμος.

Αλλά και εδώ που ήρθα, δεν άλλαξα. Κομμουνιστής ήμουν και αυτό παραμένω, μέχρι σήμερα. Είναι το μοναδικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που σου ανοίγει το μέλλον. Δεν έχει σημασία που με είχαν διαγράψει. Γίνονται λάθη στην επανάσταση. Μόνο ο πεθαμένος και το μωρό στην κοιλιά δεν κάνουν λάθη. Δε μπορώ να αλλάξω, λοιπόν, τώρα. Θα ήταν σαν να έβγαζα άχρηστη τη ζωή μου.

Ωραία χώρα το Βιετνάμ. Ωραίος λαός, πονόψυχος και καλόκαρδος. Τους αγάπησα και μ’ αγάπησαν. Τους επισκέπτομαι συχνά. Με σέβονται και με καλούνε. Ευτυχώς, δεν ήμουν και πολύ μορφωμένος και έμεινα αγνός στη σκέψη. Είμαι περήφανος που είμαι καθαρός. Δεν μετάνιωσα που ήμουν εκεί. Ό,τι έκανα το έκανα με τη θέληση και την ψυχή μου. Δεν παρασύρθηκα, ούτε εκβιάστηκα. Με χαμόγελο τα έκανα. Έβλεπα ότι οι άνθρωποι ζούσαν σαν σκλάβοι και τράβαγαν το αλέτρι μες στο βούρκο. Δεν μπορείς να μειώνεις έτσι τη ζωή, να στερείς από έναν λαό την ελευθερία του και την αξιοπρέπειά του. Βλέπω ακόμη και σήμερα νέους πολέμους, νέο αίμα. Γιατί; Ποτέ ξανά πόλεμος.

Πηγη: vice.com

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ