Ξαρχάκος, «μια χώρα που ταξιδεύει μ’ αυτό το φως δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ».

47

Μια σπάνια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης με έναν από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες

της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ 

Εκ των υστέρων σκέφτηκα ότι, καθώς κάποια πράγματα λειτουργούν σχεδόν μεταφυσικά, η διαδικασία και η πορεία αυτής της συνέντευξης αντανακλά με έναν παράξενο τρόπο το περιεχόμενό της. Δεν ήταν εύκολο να την κλείσουμε. Ούτε και γρήγορο. Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο Σταύρος Ξαρχάκος, υπακούοντας μόνο στον «εσωτερικό του χώρο και χρόνο», αποφεύγει τις συνεντεύξεις και τα πολλά λόγια και δεν υποκύπτει στα πιεστικά δημοσιογραφικά κελεύσματα, ούτε καν όταν έχει κυκλοφορήσει καινούργια δουλειά μετά από 14 χρόνια, όπως τώρα.

Με δυσκολία κλείστηκε, λοιπόν, η συνέντευξη. Και με κάποια δυσκολία διασχίσαμε μεσημεριάτικα, ένα θερμόαιμο Σάββατο του Ιουλίου, την Καλλιδρομίου, όπου γίνεται παραδοσιακά η λαϊκή της εβδομάδας. Και να συνοπτικά η διαδρομή μας, που συμπτωματικά ή μοιραία έγινε και διαδρομή αυτής της συνέντευξης: από τα χρώματα, τις μυρωδιές, την πολυκοσμία και τον θόρυβο της παλιάς, αστικής γειτονιάς, αντικρίσαμε, όταν άνοιξε η πόρτα του όμορφου νεοκλασικού, μια μεγάλη, μαρμάρινη σκάλα. Ανεβήκαμε με τα πόδια, κάθιδροι, μέχρι τον πέμπτο όροφο. Μέχρι το καλοκαιρινό φως που έλουζε μια βεράντα σαν κατάστρωμα στη μέση της πόλης και μέχρι τις φωνούλες μωρών, των διδύμων που απέκτησε πρόσφατα ο Ξαρχάκος με τη σύντροφό του και γνωστή τραγουδίστρια Ηρώ Σαΐα. Έτσι και η πορεία αυτής της συνέντευξης ταξίδεψε, δυσκολεύτηκε και κατέληξε σ’ ένα φως ιαματικό και στην αισιοδοξία που διέχεε η παρουσία νεογέννητων. »Νεογέννητο» είναι και το άλμπουμ του Σταύρου Ξαρχάκου με τίτλο «7 ελεγείες και σάτιρες», που, ομνύοντας στην καρυωτακική «Ελεγεία και σάτιρες» και κυκλοφορώντας από τη Μικρή Αρκτο του Παρασκευά Καρασούλου, περιλαμβάνει επτά αριστουργηματικά, λιτά και απέριττα τραγούδια σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, του Θοδωρή Γκόνη και της Λίνας Νικολακοπούλου. Τα ερμηνεύει όλα ο ίδιος ο Ξαρχάκος, με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη στο πιάνο, με εξαίρεση ένα τραγούδι που μοιράζεται με τη Σαΐα.   Δεν είναι ένα πράγμα ή ένα πρόσωπο που σε καθορίζει. Είναι μυρωδιές, είναι γεύσεις, είναι ακούσματα. Είναι όσα ρωτάς τη γιαγιά σου όσο σου λέει παραμύθια και όσα σου απαντάει. Είναι τα ανοιξιάτικα μούσκλια, όπως τα βλέπεις να μεγαλώνουν και όπως μυρίζουν στις αυλές. Το κλίμα του δίσκου; Σαν εκείνον τον ήσυχο συνομιλητή, ο οποίος, στη μέση μιας πολύ θορυβώδους και φλύαρης παρέας, έχοντας κάτι βαθύ να πει, αντί να υψώσει τη φωνή για να σκεπάσει τις άλλες, αντιθέτως τη χαμηλώνει, επιβάλλοντας τελικά την –επιτέλους– ησυχία όχι διά της ισχύος αλλά διά της ουσίας. «Δεν ξέρω αν εγώ έχω κάνει αυτό που λέτε» σχολιάζει ο Ξαρχάκος όταν του το επισημαίνω. «Πάντως, αυτό που περιγράφετε είναι ό,τι ισχύει στο β’ μέρος από το 4ο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Ακούστε το αν θέλετε». Κι έτσι ξεκινάει αυτή η κουβέντα. Με τον Μπετόβεν και τη λαϊκή αγορά της Καλλιδρομίου. Γιατί γέννημα-θρέμμα Εξαρχειώτης, ο Ξαρχάκος από τη λαϊκή της γειτονιάς του κατάλαβε το πέρασμα στη νέα εποχή, όταν περάσαμε από τη δραχμή στο ευρώ. «Κάθε Σάββατο μεσημέρι στη λαϊκή», λέει, «οι τιμές πέφτουν. Προ ευρώ, ένας συγκεκριμένος μανάβης, που έχει και μια φωνή σπαρακτική, φώναζε π.χ. «ένα κιλό ντομάτες 100 δραχμές». Ο ίδιος, μόλις ήρθε το ευρώ, άρχισε να φωνάζει «των εκατό, τώρα ένα»! Ε, τότε αντιλήφθηκα τι μπάχαλο έχει να γίνει…».   Δείτε το slideshow Γιώργος Ζαμπέτας, Σταύρος Ξαρχάκος, Το Ζεϊμπέκικο του Στέφανου, 1962 — Γεννηθήκατε στα Εξάρχεια, όπως άλλωστε και οι γονείς σας. Ποιες είναι οι πρώτες σας ακουστικές μνήμες; Τα ρεμπέτικα και τα ευρωπαϊζοντα τραγούδια της εποχής. Οι καντάδες επίσης. Και η εκκλησία. Πηγαίναμε στην εκκλησία, όχι αναγκαστικά, αλλά επειδή μας άρεσε. — Ήσασταν ζωηρό παιδί; Όπως όλα τα παιδιά. Ή ίσως λίγο περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε. — Πού σας άρεσε να πηγαίνετε στη γειτονιά; Αναλόγως με τα παιχνίδια που παίζαμε. Ήταν αλλού το «στακαμάν», αλλού το κρυφτό, αλλού ο «βασιλιάς κι η βασίλισσα», αλλού οι βόλοι. Υπήρχαν διάφορα σημεία όπου παίζαμε. Στις καθέτους της Θεμιστοκλέους π.χ. παίζαμε βόλους. Όλοι χωματόδρομοι, βέβαια. Μα, εγώ πρόλαβα και τη Φωκίωνος Νέγρη με πρόβατα. — Τα παιχνίδια εκείνα ήταν μια εξοικείωση με τον χώρο. Τα σημερινά παιδιά; Και τα σημερινά παιδιά παίζουνε, αλλά μόνο ηλεκτρονικά, το πιο εγκληματικό πράγμα που υπάρχει. — Έχει γίνει όμως και η ίδια η πόλη αφιλόξενη για τα παιδικά παιχνίδια. Φυσικά. Διότι, όταν η Αθήνα γέμισε πολυκατοικίες για να δεχτεί όλο αυτόν τον κόσμο που ήρθε από την επαρχία, οι γειτονιές έγιναν απρόσωπες. Αντιθέτως, εγώ θυμάμαι ότι όταν η γιαγιά μου έκανε μουστοκούλουρα ή κουραμπιέδες, δεν τα έκανε μόνο για το σπίτι αλλά και για τη γειτονιά. Το ίδιο έκαναν και οι άλλες γειτόνισσες. Ή βγάζαμε στον δρόμο ένα τραπεζάκι, οι μεγάλοι έπιναν ούζο κι εμείς παίζαμε. Ή στην ταράτσα. Η γιαγιά μου, που έπαιζε καταπληκτική κιθάρα και είχε και φοβερή φωνή, ανέβαινε στην ταράτσα, άρχιζε το τραγούδι και το έπιαναν και οι άλλοι απ’ τις γύρω ταράτσες. Καταπληκτικό… 5.7.2017 Σωκράτης Μάλαμας: «Είμαι αριστερός, αλλά όχι μέσω αυτού του πεπαλαιωμένου μοντέλου» — Τότε όμως κάθε γειτονιά ήταν μια σχεδόν αυτόνομη κοινότητα. Και με αλληλεγγύη. Βοηθούσε ο ένας τον άλλο. Και ήξεραν ποια ή ποιος ήταν ο καταλληλότερος να σου λύσει κάθε πρόβλημα.   — Επίσης, ο όρος «οικογένεια» ήταν πολύ ευρύτερος. Εγώ π.χ. θυμάμαι ότι οι συγγενείς δεν έπαιρναν τηλέφωνο να ειδοποιήσουν ότι έρχονται. Χτύπαγαν το κουδούνι κι ανέβαιναν. Στα δικά μου παιδικά χρόνια δεν υπήρχε τηλέφωνο. Φτιάχναμε όμως «τηλέφωνο» με σπιρτόκουτα. Παίρναμε δύο κουτάκια, παίρναμε και δύο οδοντογλυφίδες, τις δέναμε με μια μακριά κλωστή και τις καρφώναμε στα κουτάκια απ’ τη μια μεριά και από την άλλη. Έτσι επικοινωνούσαμε από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. — Τι και ποιος από όλα αυτά σάς καθόρισε; Τα… μούσκλια, τα ανοιξιάτικα! Να, αυτό με καθόρισε.   Το θέμα, πάντως, για εμένα δεν ήταν ποτέ ο Ξαρχάκος. Το θέμα ήταν το τραγούδι και πώς θα αποκωδικοποιήσεις τον κάθε συνθέτη και τον τρόπο με τον οποίο έχει μελοποιήσει κάτι. Δεν μπορείς να τραγουδάς αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνεις υπόψη σου το κείμενο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO — Τι εννοείτε; Εννοώ, απαντώντας σ’ αυτήν τη στερεότυπη ερώτηση, ότι δεν είναι ένα πράγμα ή ένα πρόσωπο που σε καθορίζει. Είναι μυρωδιές, είναι γεύσεις, είναι ακούσματα.. Είναι όσα ρωτάς τη γιαγιά σου όσο σου λέει παραμύθια και όσα σου απαντάει. Είναι τα ανοιξιάτικα μούσκλια, όπως τα βλέπεις να μεγαλώνουν και όπως μυρίζουν στις αυλές. Είναι οι υγρασίες. Είναι το φως που μπαίνει στο σπίτι και δημιουργεί σχήματα. Είναι το πώς μυρίζει ένα βερίκοκο ή μια ντομάτα, το πώς είναι μια βερικοκιά (κάτι που ένα παιδί που πάει μόνο στο σούπερ-μάρκετ ποτέ δεν θα μάθει). — Υπήρξε κάποια στιγμή που είπατε συνειδητά «εγώ θέλω να κάνω μουσική»; Όχι, ποτέ. Μικρό παιδί, άλλα πράγματα ονειρεύεσαι να κάνεις. Θέλεις π.χ. να γίνεις πυροσβέστης, διότι κάτι σου κάνει το κόκκινο πυροσβεστικό όταν περνάει με τις σειρήνες και τα καμπανάκια του. Σ’ αυτή την ηλικία αυτό είναι το πιο σημαντικό. Το άλλο, έτσι όπως διαμορφώνεται ο εσωτερικός σου χώρος και χρόνος, έρχεται από μόνο του. — Κάποια στιγμή πήγατε όμως στο Ωδείο Αθηνών Ε, είχα μα έφεση στη μουσική. Κι επειδή η οικογένειά μου είχε σχέση με το μουσικό χώρο και ήταν πολύ φίλη με την οικογένεια του Φιλοκτήτη Οικονομίδη, πήγα στο Ωδείο Αθηνών και μαθήτευσα κοντά στον Μενέλαο Παλάντιο. (Να σας πω όμως κάτι: Αν είμαστε ακόμα στο Ωδείο, μέχρι να φτάσουμε στα 78 μου και στα δίδυμα, έχουμε ακόμα πολύ μεγάλη πορεία!)   Οι περισσότεροι δεν μπαίνουν στη Βουλή για να βάλουν ένα λιθαράκι γι’ αυτή την έρμη τη χώρα. Μπαίνουν για να βάλουν ένα κουκί στην τσέπη τους. Απορώ με ορισμένους –που θεωρούσα ότι έκοβε το μυαλό τους– που παραμένουν.  — Ναι, αλλά θέλω να πάω λίγο και στις μεγάλες στιγμές, στα μεγάλα τραγούδια, στους τραγουδιστές, όταν ακόμα καλούνταν να φωτίσουν την ιδέα του δημιουργού και όχι τον εαυτό τους. Το θέμα, πάντως, για εμένα δεν ήταν ποτέ ο Ξαρχάκος. Το θέμα ήταν το τραγούδι και πώς θα αποκωδικοποιήσεις τον κάθε συνθέτη και τον τρόπο με τον οποίο έχει μελοποιήσει κάτι. Δεν μπορείς να τραγουδάς αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνεις υπόψη σου το κείμενο. Δεν μπορείς να τραγουδάς με τον ναρκισσισμό του λάρυγγά σου και να μην καταλαβαίνεις τι λες. Δεν μπορείς να τραγουδάς π.χ. το «Πρακτορείο» και να σκέφτεσαι το πρακτορείο Αιτωλοακαρνανίας (γιατί το έχω ακούσει κι αυτό από τραγουδιστή). — Συνεργαστήκατε με μεγάλους λαϊκούς τραγουδιστές που έκαναν τεράστιες ερμηνείες. Πώς καταλάβαιναν τον λόγο; Ενστικτωδώς; Όλοι αυτοί είχαν τελείως άλλη σχέση με τον λόγο. Μπορεί π.χ. να μην καταλάβαιναν το «πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ», όμως, όπως η γιαγιά στο Άργος Ορεστικόν καταλαβαίνει όταν ο παπάς λέει το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και της σηκώνεται η τρίχα, έτσι και οι λαϊκοί τραγουδιστές καταλάβαιναν το νόημα και το ερμήνευαν. — Αυτό το συναντάτε σε τραγουδιστές της νέας γενιάς; Δύσκολα. Το ψάχνω με το φανάρι. — Γιατί; Είναι γενικότερο πρόβλημα της παιδείας, όχι μόνο των τραγουδιστών. Εξαρτάται από το τι φέρεις μέσα σου. Είναι όμως και πάρα πολύ δύσκολο πια οι νέοι τραγουδιστές να τραγουδήσουν παλαιότερα κείμενα. Γι’ αυτό π.χ. ήμουν αυστηρός με την Μποφίλιου και τον Χαρούλη ως προς τον τρόπο που έπρεπε να ερμηνεύσουν αυτά τα τραγούδια. — Και με τον Ξυλούρη ήσασταν αυστηρός; Δεν μπορείς να είσαι αυστηρός με μια τόσο αρχέγονη προσωπικότητα όπως ήταν ο Ξυλούρης. Να του έλεγα τι; Να μην προφέρει το φωνήεν έτσι; Να αλλάξει τη γλωσσολαλιά του; Αφού αυτό το πράγμα ερχόταν από τα βάθη των αιώνων. — Και τώρα, με τις «7 ελεγείες και σάτιρες», επιστρέφετε στη λιτότητα και στο ουσιώδες: λόγος και μουσική, πιάνο-φωνή. Ξεκινώντας από τα κείμενα, όλα αυτά που λέγονται δεν έπρεπε να βαρύνουν πολύ. Δεν χρειάζονταν ενορχηστρωτικά στολίδια. Θεώρησα, λοιπόν, σωστό να αφήσω το κείμενο να μιλήσει κυρίως, παρά η μουσική. Το αποτέλεσμα έπρεπε να είναι απέριττο.   1986: Ο Γιάννης Ξαρχάκος με τον Γιάννη Πάριο στην ηχογράφηση του δίσκου Ξαρχάκος – Πάριος, ΜΑΤΙΑ ΜΠΛΕ στο studio Polysound. Φωτο: Αρχείο Μάκη Μάτσα   — Επιλέξατε να ερμηνεύσετε τα τραγούδια εσείς, μ’ έναν αφηγηματικό τρόπο μάλιστα. Δύο άνθρωποι συνέβαλαν στο να τα ερμηνεύσω εγώ. Η Ηρώ, που επέμενε ότι επιτέλους πρέπει να ακούσουμε τα τραγούδια όπως πρέπει να ερμηνεύονται, και ο Ξενοφών Ραράκος. «Παιδιά, εγώ δεν είμαι τραγουδιστής» τους έλεγα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για τραγούδια που, λόγω των κειμένων, απαιτούν ερμηνεία. Το «Για ποια Ιθάκη μου μιλάς» π.χ. είναι ένα τόσο προφητικό τραγούδι! Προσέξτε τι λέει: «Και μιας θρησκείας τους ανθρώπους της για σφάγια…». — Ούτως ή άλλως, αυτή η δουλειά είναι μια ολοκληρωμένη ενότητα που έχει, εκτός των άλλων, και μια κοινωνική και πολιτική τοποθέτηση.. Κάθε έργο τέχνης έχει μια πολιτική τοποθέτηση. Δεν γίνεται για decoration. Δεν είναι τυχαίο το κείμενο που έγραψα ως πρόλογο. Είναι ένα ελλειπτικό κείμενο, αλλά και σαφές: «Θεωρώ ότι ο κάθε τόπος έχει το δικό του «Τσερνόμπιλ». Τρέμω με την ιδέα ενός εφιαλτικού σχεδίου αφανισμού της πολιτιστικής ενότητας των εθνών. Στη χώρα μας συνέβη πριν κάποια κάποια χρόνια. Έτσι μεταλλάχθηκε ο πολιτισμικός ιστός της χώρας και το pH της κοινωνίας. Έκτοτε, ακολούθησαν πολιτικές τερατογενέσεις (…) Όμως: η πολιτική είναι έρμαιο του χρόνου. Η δημιουργική τέχνη είναι άχρονη. Και για να τελειώνουμε: ο Παπανδρέου πέθανε, ο Βαμβακάρης ζει». Στο «Για ποια Ιθάκη μου μιλάς» ο Μάνος Ελευθερίου λέει ωστόσο: «Για ό,τι αγωνίστηκες, θα το ‘βρεις στα χαλάσματα, θα υπάρχει μόνο μοναξιά, τρομοκρατία και μια Ιθάκη βουλιαγμένη πολιτεία». Είναι σκοτεινά προφητικό. Δεν αφήνει μια χαραμάδα. Κι όμως, δεν είναι καθόλου σκοτεινό. Είναι πάρα πολύ φωτεινό. Κι αν καταλάβατε, αφήνει τη χαραμάδα της επανάστασης, η οποία, μάλιστα, δεν είναι καθόλου χαραμάδα.   9.5.2017 Μίκης Θεοδωράκης: «Νιώθω τόσο πλήρης και ευτυχής, που θα ‘ναι άδικο να ζήσω κι άλλο» — Πιστεύετε ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο; Α, μη με ρωτάτε γι’ αυτά. Δεν είμαι πολιτικός αναλυτής.   — Αλλά είστε ένας σπουδαίος συνθέτης κι ένας πολύ σημαντικός ενορχηστρωτής. Όμως δεν έχει πια αυτός ο ρόλος τη βαρύτητα που είχε κάποτε. Ναι, γιατί έχει κλωνοποιηθεί η διαδικασία της ενορχήστρωσης. Μπαίνεις στο κομπιούτερ και τελειώνει η ιστορία. Όταν χρησιμοποιείται όλο και λιγότερο το ανθρώπινο δυναμικό, όταν απουσιάζει η ψυχή από τα ακροδάχτυλα, από το φύσημα, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι το ίδιο. Και είναι και κάτι ακόμα: εμείς, μέσα από τα ανθρώπινα λάθη μας μαθαίναμε πολλά και για τη μουσική και για την ποίηση. Να, λοιπόν, κι ένα επιπλέον πρόβλημα: εκμηδενίζεται η πιθανότητα να μάθεις από τα λάθη σου. Οι περισσότεροι πεζογράφοι γράφουν πια στο κομπιούτερ. Κάποτε ο λογοτέχνης, ο ποιητής, έσβηνε κι έγραφε και έτσι κάποιος στο μέλλον θα μπορούσε να αποκωδικοποιήσει γιατί π.χ. ο Σεφέρης έγραψε αυτό έτσι και όχι αλλιώς. Μήπως όμως όλο αυτό δεν γίνεται χειρότερο; Τώρα αρχίσαμε και το ηλεκτρονικό διάβασμα. — Δεν σας αρέσουν τα e-books; Μα, εγώ «τσακωνόμουν» με τα βιβλία. «Τσακωνόμουν» με τους συγγραφείς. Διάβαζα, σημείωνα, σχολίαζα, τσακωνόμουν με μια άποψη. (Σημείωνα π.χ. «δεν είναι έτσι όπως το λες, γιατί υπάρχει κι αυτό..»). Είχα μια σχέση και, διάολε, είχα τη μυρωδιά του χαρτιού. — Γιατί τα σύγχρονα παιδιά διαβάζουν πεζογραφία συγκριτικά λιγότερο σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές; Είναι θέμα παιδείας. Άλλωστε υπάρχει πια Κακριδής, υπάρχει Κοσμάς Πολίτης, υπάρχει Μπαστιάς; Τα μεγέθη αυτά δεν υπάρχουν. Ανεβαίνει ο κάθε κακομοίρης και γίνεται για λίγο υπουργός Παιδείας… και το αυγό γράφεται με «β». Τελειώσαμε. Κι ύστερα τείνει να χαθεί η αναζήτηση. Μόνο με την αναζήτηση αποκτάς παιδεία. Όταν όμως είναι όλα έτοιμα στο πιάτο του Διαδικτύου και ο καθένας σου σερβίρει κάτι όπως θέλει ο ίδιος, πώς θα εντοπίσεις το σωστό από τις 800 εκδοχές που θα βρεις για το ίδιο πράγμα; Και βέβαια είναι και το θέμα της γλώσσας. Πρέπει να κάνουμε μια κηδεία της ορθογραφίας. Έχουμε χάσει το σημαίνον και το σημαινόμενο. Αφήστε που οι μισοί γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες. Αυτό το διαβολεμένο εργαλείο έχει κάνει και πολύ κακό.   Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO — Είναι και τα social media που ευνοούν τον καβγά. Έχω υπολογιστή, αλλά δεν ασχολούμαι μ’ αυτά. Όπως δεν ασχολούμαι και με τις χυδαιότητες που έχουν υποκαταστήσει την «Εσπρέσο». Πάντως, για να συναντήσει κάποιος τη χυδαιότητα και τον κακό χειρισμό της γλώσσας, δεν χρειάζεται να μπει στο Facebook. Μπορεί να ακούσει και μια συζήτηση στη Βουλή για να αντιληφθεί το γλωσσικά αγοραίο. — Πάντα σημειώνονταν έντονες αντιπαραθέσεις στη Βουλή. Αλλά δεν υπήρχε αυτός ο αγοραίος λόγος. Και δεν πρόσβαλε ο ένας τον άλλο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου π.χ. δεν πρόσβαλε ποτέ προσωπικά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο τελευταίος κοινοβουλευτικός ρήτορας, ασχέτως του αν συμφωνούσε κανείς πολιτικά μαζί του ή όχι, ήταν ο Μητσοτάκης. Τώρα; Έλεος πια! Στα καφενεία μιλούν καλύτερα. Πολύ σοφά λέει ο λαός «απ’ το κεφάλι βρομάει το ψάρι». — Η Νικολακοπούλου στο δικό της τραγούδι («Έθνος μου εξαίρετο») γράφει: «Όπως είναι ο λαός μου, έτσι είναι κι ο αρχηγός μου». Αυτό είναι μια πικρή αλήθεια που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Συμβαίνει παντού. Και στην Αμερική συνέβη τελευταία. — Εσείς εγκαταλείψατε κάποια στιγμή οριστικά την πολιτική, λέγοντας πως εκεί «δεν υπάρχει χώρος για δημιουργία και για να υπηρετήσεις το δημόσιο αγαθό». Αυτή είναι η αλήθεια. Πίστεψα, κακώς, ότι θα μπορούσα να προσφέρω κάτι. Και το πίστεψα γιατί, όταν ήμουν στην τοπική αυτοδιοίκηση, μπορούσα κι έκανα πράγματα. Ωστόσο, διαφέρει πάρα πολύ η τοπική αυτοδιοίκηση από τη Βουλή.   Με ενοχλεί πάρα πολύ ο τρόπος με τον οποίο διάφοροι κυβερνητικοί κύκλοι χειρίζονται την υπόθεση. Εμείς βιοποριζόμαστε από τα δικαιώματά μας, αλλά μια συμμορία, διότι περί τέτοιας πρόκειται, τα χειρίστηκε και τα χειρίζεται. — Γιατί; Τι φταίει στο κοινοβουλευτικό περιβάλλον; Τα… «κουκιά». Οι περισσότεροι δεν μπαίνουν στη Βουλή για να βάλουν ένα λιθαράκι γι’ αυτή την έρμη τη χώρα. Μπαίνουν για να βάλουν ένα κουκί στην τσέπη τους. Απορώ με ορισμένους –που θεωρούσα ότι έκοβε το μυαλό τους– που παραμένουν. Βλέπω, βέβαια, ότι δεν ιδρώνει το αυτί τους. Τελικά, η εξουσία είναι πολύ γλυκιά. Και από τη στιγμή που θα δεις το αστυνομικό όργανο να κάθεται κλαρίνο όταν περνάς, αισθάνεσαι ότι είσαι κάποιος πάρα πολύ σημαντικός – ενώ τους περισσοτέρους από αυτούς δεν τους ήξερε πριν ούτε η θεία τους. Γιατί, κατά τα άλλα, όλοι αυτοί δεν βλέπουν πού έχει πάει η χώρα; Αλλά δεν μιλάω μόνον για τους τωρινούς. Μην παρεξηγηθώ. Οι τωρινοί ήταν απλώς αποτέλεσμα αυτού που εγώ λέω «Τσερνόμπιλ».   — Ίσως δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί ισχυρές προσωπικότητες, ικανές να εμπνεύσουν σε όλους τους τομείς. Μήπως υπάρχουν τέτοιες προσωπικότητες, αλλά κάθονται στο περιθώριο γιατί δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτήν τη λαίλαπα; Εγώ δεν νομίζω ότι έχει πάψει αυτή η χώρα να γεννά σημαντικά μυαλά σε όλους τους τομείς. Αλλά δεν είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι καταπληκτικοί επιστήμονες φεύγουν στο εξωτερικό;   — Στα παιδιά σας πώς θα περιγράψετε μεθαύριο την εποχή που γεννήθηκαν; Δεν χρειάζεται να τους την περιγράψω. Χρειάζεται όμως να διαβάσουν και να ακούσουν κι εγώ ίσως να τους ερμηνεύσω κάποια πράγματα. Όχι να τους περιγράψω μια εποχή όπως θέλω εγώ. Αυτό θα ήταν λάθος. Κατά τα άλλα, όπως γράφω, εάν ο ιστορικός του μέλλοντος θέλει να δει ποια ήταν η ιδιοσυγκρασία του κόσμου στην εποχή μας, θα πρέπει να ανατρέξει στις μετρήσεις της τηλεθέασης. Τόσα χρόνια μετά το «Big Brother», πάλι με το «Survivor» ασχολούμαστε. Δεν έχουμε κάνει βήμα μπροστά.   Με τον Μίκη Θεοδωράκη στις 26 Ιουνίου στο τρεχαντήρι Τσούφι προς Επίδαυρο. Φωτο: Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη — Τελικά, είστε απαισιόδοξος δηλαδή; Αντιθέτως. Αν δεν είμαι πολύ αισιόδοξος εγώ, που έκανα δίδυμα στα 78 μου, τότε ποιος είναι; — Τι ελπίζετε γι’ αυτά τα παιδιά; Α, μη με ρωτάτε τέτοια πράγματα. Θα δούμε τι θα θελήσουν κι εκείνα. — Είναι η δεύτερη φορά που μου απαντάτε έτσι. Δεν είστε ο άνθρωπος που θέλει να επιβάλλει πράγματα.. Όχι, δεν θέλω να επιβάλλω. Μου αρέσει πολύ η συλλογικότητα και ο διάλογος, γιατί έτσι μαθαίνεις κι εσύ. Εγώ έχω μάθει πολλά πράγματα από τις συνομιλίες μου και με τους μουσικούς και με τους τραγουδιστές. Δεν επιβάλλω κάτι, γιατί μπορεί να μην είναι σωστό. Όμως, λόγω της εμπειρίας που έχω αποκτήσει και των βιωμάτων μου –60 χρόνια κοντεύω στον χώρο– κάτι μπορώ να προσφέρω στον άλλο, λέγοντάς του «μην το πεις έτσι». Θα του εξηγήσω όμως γιατί είναι καλύτερα να μην το κάνει. — Και με την ΑΕΠΙ χρησιμοποιήσατε την εμπειρία σας για να εξηγήσετε τη θέση σας (και δεν εννοώ την προσωπική). Η εξέλιξη πώς σας φαίνεται; Με ενοχλεί πάρα πολύ ο τρόπος με τον οποίο διάφοροι κυβερνητικοί κύκλοι χειρίζονται την υπόθεση. Εμείς βιοποριζόμαστε από τα δικαιώματά μας, αλλά μια συμμορία, διότι περί τέτοιας πρόκειται, τα χειρίστηκε και τα χειρίζεται. Υποτίθεται ότι αυτή ήταν μια εισπρακτική εταιρεία. Όταν όμως ο επικεφαλής έπαιρνε μηνιαίο μισθό όσα δεν έπαιρνα εγώ ολόκληρο τον χρόνο, κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω και τους χειρισμούς κάποιων κυβερνητικών στελεχών. — Καταρχάς, όμως, ο Αλέξης Τσίπρας ανταποκρίθηκε στη δική σας παρέμβαση. Ανταποκρίθηκε, αλλά φαίνεται ότι διάφορες «συνιστώσες» τού άλλαξαν άποψη. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά με ενοχλεί αφάνταστα. Και δεν μπορώ να ξαναγράψω ανοιχτή επιστολή. Θα γίνω γραφικός. Παρ’ όλα αυτά, κρίμα που ο πρωθυπουργός δεν καταλαβαίνει. Κι εντάξει εκείνος. Η υπουργός Πολιτισμού τι κάνει; Είναι ντροπή όλο αυτό για την κυρία… — Στο «Ελεγεία και Σάτιρες» ο Καρυωτάκης γράφει «σύμβολα μείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους». Ισχύει ακόμα; Όχι μονάχα ισχύει αλλά θα έπρεπε να το είχαμε και ως μότο. — Τι θα απογίνει αυτή η χώρα, κύριε Ξαρχάκο; Κοιτάξτε. Μια χώρα που ταξιδεύει μ’ αυτό το φως δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ. Θα περάσει διάφορες φάσεις, όπως έχει περάσει κι άλλοτε στην Ιστορία της. Αλλά θα γυρίσει πάλι ο τροχός. Αυτό το φως δεν θα μας αφήσει ανυπεράσπιστους.

Πηγή: www.lifo.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ