Δεληβοριάς, το παρόν της Καλλιθέας με στενοχωρεί

78

 

Η ιστορία της Καλλιθέας μου προκαλεί πλήξη και το παρόν της ένα είδος στενοχώριας.

Τραγουδοποιός και νοσταλγός,την αγαπά και την έχει υμνήσει όσο κανείς

Την τελευταία χρονιά το κούρασα με την Καλλιθεολογία. Έβγαλα αυτόν το δίσκο με το όνομα της γειτονιάς στην οποία γεννήθηκα, μεγάλωσα και ακόμα εργάζομαι. Και, από αμηχανία πιο πολύ, παριστάνω τον ειδικό όταν με ρωτούν. Στην πραγματικότητα, είμαι άσχετος. Η ιστορία της Καλλιθέας μού προκαλεί πλήξη και το παρόν της ένα είδος στενοχώριας. Κι όμως, την αγαπώ όσο κανένα άλλο μέρος, πολύ απλά επειδή δεν την διάλεξα εγώ, αλλά αυτοί που διάλεξαν να με φέρουν στον κόσμο.   Υπήρξε ένα ωραίο μεσοαστικό προάστιο –τη δεκαετία του ’60 μετρούσε 40 κινηματογράφους– κι εγώ πρόλαβα τα τελευταία 10-15 χρόνια αυτής της ομορφιάς.   Όταν ήμουν μικρός, τη διέτρεχε ο βρομερός Ιλισός, το «ποτάμι», όπως τον λέγαμε. Οι παλιοί Καλλιθεάτες έκλαιγαν την αρχαία δροσιά του που σε μερικές δεκαετίες έδωσε τη θέση της σ’ αυτήν τη βρόμα. Και κάποια στιγμή, στα μέσα του ’80, τον μπάζωσαν. Ακόμα και σήμερα μου αρέσει να περπατάω πάνω από κει που ήταν το ποτάμι. Μου θυμίζει τον φίλο μου τον Γιώργο και τις επικές νυχτερινές λυκειακές μας βόλτες, αυτά που ευχόμασταν, αυτά που μας έσφιγγαν το στομάχι. Και νιώθω σαν μεγαλωμένος ήρωας του Στάσου πλάι μου του Στίβεν Κινγκ.   Υπάρχει ένα ωραίο καφέ στην πλατεία Κύπρου που το λένε «Μόμο». Εκεί μου αρέσει να πηγαίνω για καμιά μπίρα με τις παλιές μου συμμαθήτριες, Ξένια και Δέσποινα, ή με φίλους πρόσφατους, που θέλω να τους αποδείξω κάτι. Η αυλή του με βοηθάει να γίνω πειστικός.   Καφέ στην πλατεία Κύπρου που το λένε «Μόμο»   Αν δω πως κάποιος δεν έχει ξαναέρθει στην Καλλιθέα, τον πηγαίνω έξω από το Μαργαρίτα ή το Καλυψώ, δύο μαγικούς κινηματογράφους που έκλεισαν, αλλά διατηρούν τις προσόψεις τους και κάποιες παλιές αφίσες. «Αυτό ήταν η γειτονιά μου», σαν να τους λέω: ένα όνειρο που είδαν για καμιά 60αριά χρόνια πολλοί άνθρωποι μαζί, δίπλα-δίπλα, καθιστοί και ξεχασμένοι. Τίποτε άλλο δεν τους ένωσε και αυτό το λίγο που τους ένωσε, άφησε μόνο συμπαθητικές προσόψεις. Επιφάνειες.   Δύο πρόσωπα που εξαφανίστηκαν, αλλά που θεωρώ σημαίνοντα για την Καλλιθέα, ήταν ο «Κόκοτας» και ο «Τζέιμς Μποντ». Ο ένας ήταν ένας τύπος γύρω στα 50 που βάδιζε κάθε απόγευμα όλη τη Θησέως, μπρος-πίσω. Είχε καλλιεργήσει μαλλί και φαβορίτες Κόκοτα, φορούσε εγγλέζικα σακάκια και «καμπάνες» και μοίραζε αυτόγραφα και μελαγχολικά χαμόγελα στα πιτσιρίκια. Όλοι ήξεραν ότι δεν ήταν ο Κόκοτας, αλλά κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε να σπάσει τη συνθήκη του. Είχε ένα μαγεμένο ύφος, τα μάτια του έβλεπαν πάντα κάπου μακριά.   Ο άλλος ήταν αλλήθωρος, φορούσε τραγιάσκα, είχε λαϊκό λαδωμένο μουστακάκι και οδηγούσε ένα μαύρο τρίκυκλο με τρυπημένη εξάτμιση. Ήταν στολισμένο με φωτογραφίες από τις ταινίες του ήρωα του Φλέμινγκ και με κάποια από τα γυμνά κορίτσια του. Έγραφε μπρος και πίσω με λευκή ταινία «ΤΖΑΙΗΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007» και περνούσε έξω απ’ τα σχολεία την ώρα του διαλείμματος. Τον φωνάζαμε όλοι εν χορώ κι αυτός σταματούσε και μας διηγούνταν –λίγο πριν τον διώξουν οι δασκάλες μας– τις περιπέτειές του, με σεμνότητα και χωρίς καθόλου να κομπάζει.   Στο διπλανό μας σπίτι ζούσε ο Χρήστος Ρούσσος, ο περίφημος «Άγγελος». Ήταν πολύ καλό παιδί και με χαιρετούσε. Οι γονείς μου τον αγαπούσαν πολύ. Την ιστορία με τη δολοφονία την έμαθα όταν βγήκε η ταινία. Τη συζητούσαμε με μεγαλίστικες φωνές τα βράδια με την αδελφή μου.   Η γειτονιά μου πια έχει το ίδιο πρόβλημα με τα λαϊκά τραγούδια του ’70. Έχουν ακόμα κάτι βρόμικο που μας αναστατώνει κι εκεί ανατρέχουμε κάθε φορά που φοβόμαστε. Η συνέχειά τους, όμως, υπήρξε απλώς μια πλαστική εγχείρηση. Το αίσθημά τους μας κρατάει ισχυρά δεμένους στον φόβο μας.   Ελπίζω, τώρα με τον Νιάρχο, να πάρει πάλι ζωή αυτή η περιοχή. Η Αθήνα δεν είναι τίποτα χωρίς τον κόσμο των προαστίων της, χωρίς αυτούς που τη λαχταράνε. Ήθελα να ‘ξερα, βέβαια, τι έχει μείνει πια για μας να λαχταρήσουμε, έτσι όπως κάθε γειτονιά δεν είναι παρά μια υπνωτισμένη βόλτα απ’ το φέισμπουκ στο Carrefour.   Κι όμως, όπως έλεγε ο Ευριπίδης κάποτε, έτσι και τώρα. Η μεσαία «μοίρα» είναι εκείνη που σώζει κάθε φορά την πόλη, μετά την καταστροφή. Το διαβάζω και ξαναπαίρνω κουράγιο.

Πηγή: www.lifo.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ