Καλλιθέα 1940 Τα παιδιά της Κατοχής

Καλλιθέα Αττικής. Ένας από τους μεγαλύτερους σήμερα δήμους της χώρας και από τους πλέον πυκνοκατοικημένους με τον πληθυσμό της να αγγίζει τις 200.000 περίπου χιλιάδες κατοίκους , πληθυσμός ‘μωσαϊκό’ φυλών και λαών με διάφορη κουλτούρα και πολιτισμικές αρχές.

Πλησιάζουμε το 2020 εμείς όμως γυρίζουμε το χρόνο …έναν αιώνα πίσω και σταματάμε στην σελίδα της ιστορίας…

Καλλιθέα 1920. Μια πόλη γεμάτη περιβόλια και αστικό ως επί το πλείστον πληθυσμό(απογραφή του 1920. Πληθυσμός Καλλιθέας 4185 κάτοικοι), που έτσι ξαφνικά και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή η εικόνα της αλλάζει άρδην όταν θα εγκατασταθούν εδώ πρόσφυγες από τη νότιο Ρωσία, τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Σε πρώτη φάση ο πληθυσμός της πόλης θα εκτιναχτεί σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού της το έτος 1928  στις 26.813(!) κατοίκους. Πρόκειται για τους πρόσφυγες που η συμβίωση τους με το γηγενές ντόπιο στοιχείο  και η προσαρμογή τους στη νέα –αναγκαστική- πατρίδα δεν υπήρξε κάτι το απλό και το εύκολο.

Άρδην με την εισβολή του κύματος των προσφύγων αλλάζουν τα πάντα στο Αθηναϊκό προάστειο της Καλλιθέας όπου η φτώχεια, η μιζέρια η πείνα η ανασφάλεια,  και οι παράγκες των προσφύγων ξύλινες ή με λαμαρίνα και πέτρα κυριαρχούν…

Ύστερα η Καλιθέα θα γίνει κοινότητα(με πρώτο κοινοτάρχη της τον Ν. Χατζόπουλο 1926-1928), η προσφυγιά υποφέρει (μετά το 1950, δόθηκαν οικόπεδα και κτίστηκαν οι πολυκατοικίες τους) ,κατόπιν  η Καλλιθέα θα γίνει Δήμος με πρώτο της Δήμαρχο τον Ι.Αραπάκη 1933-1941, θα έρθει ο β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, θα έρθουν οι Ναζί…

Η Καλλιθέα το 1940, οι κάτοικοι της και  πρόσφυγες και γηγενείς, η συμμετοχή στον Ελληνοιταλικό πόλεμο, ο ήρωας συνταγματάρχης  Κ. Δαβάκης, αντιστασιακές οργανώσεις, το ΕΑΜ,ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ,ΠΕΑΝ, ΕΠΟΝ , η Εθνική Αντίσταση, ήρωες και αντιήρωες, λαός άμαχος που κυριολεχτικά υποφέρει από την ανασφάλεια, τον τρόμο, την πείνα…

Αφόρητη η ζωή στην πόλη της Καλλιθέας , πόλης κέντρου Αντίστασης κατά των κατακτητών Ναζί. Εδώ κατά την διάρκεια της Κατοχής (1942-1944) και στη Σκρά 24 λειτουργεί παράνομο τυπογραφείο της Εθνικής Αντίστασης,ενώ οι κομμουνιστές εκδότες αδελφοί Ασλάνη – προσφυγικής καταγωγής-, είναι που  στην πόλη της Καλλιθέας θα εκδίδουν για ένα διάστημα παράνομα την εφημερίδα του ΚΚΕ Ριζοσπάστης.

Κέντρο Εθνικής Αντίστασης η Καλλιθέα, κέντρο θυσίας με αποκορύφωμα ηρωισμού της νεολαίας της  πόλης τη Μάχη της οδού Μπιζανίου 23/24 Ιουλίου του 1944 με τη θυσία 10 νέων σε ολοκαύτωμα μιας μικρής οικίας στην οδό Μπιζανίου.

Και οι Γερμανοί έφυγαν  το 1944 και… οι Καλλιθεάτες βγήκαν στους δρόμους να πανηγυρίσουν για την απελευθέρωση και… την επόμενη κλείστηκαν πάλι στα σπίτια τους… Γιατί; Εμφύλιος πόλεμος…

Τρόμος, μάχες στους δρόμους, χυμένο αδελφικό αίμα, φτώχεια, πείνα…

Ύστερα ο εμφύλιος – με το τεράστιο μεταξύ των άλλων οικονομικό κόστος-τελείωσε, η πείνα συνεχίστηκε, η δράση τοπικών Συλλόγων και Σωματείων με διανομή τροφίμων, ενδυμάτων, υποδημάτων στους ταλαιπορημένους από τον πόλεμο και τον διχασμό -από τον ξένο παράγοντα- κατοίκους της Καλλιθέας έντονη. Τα μικρά παιδάκια μέχρι και γάλα παίρνουν  σε συσσίτια κλπ…

Όμως πολλά τα μικρά ορφανά της πόλης, μεγάλη φτώχεια και τι κι αν άνοιξαν πάλι τα σχολεία; Είναι πολλά τα ανήλικα παιδιά  της Καλλιθέας που θα ριχτούν –τώρα που δεν πέφτουν πια σφαίρες- στην μάχη της βιοπάλης από 10-12 χρόνων…

Ύστερα αρχίζει η 10ετία του ’50…

Μένουμε …σε αυτήν του ’40 με το διήγημα του Βασίλη Λιόγκαρη που ακολουθεί αμέσως…

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Βασίλη Λιόγκαρη

Τα ξερά βύσσινα

  Ο άγριος χειμώνας του ’40-’42. Κατοχή, τρόμος, πείνα, απλυσιά. Νεκρώσανε οι δρόμοι. Νέκρωσε η αγορά. Χάθηκε η επικοινωνία. Ο θάνατος σέρνεται σαν ένα εφιαλτικό ερπετό στις παγωμένες αυλές, στους άδειους δρόμους, στους έρημους σταθμούς. Τα σχολεία κλειδομαντάλωσαν. Τα βιβλία κλείσανε και γίνανε προσάναμμα σε φευγαλέα φωτιά. Το παιχνίδι χάθηκε κάτω από την ανημπόρια της παιδικής αδυναμίας.

Τώρα κυκλοφορούμε με το τενεκάκι στο χέρι και τ’ άπλυτο κουτάλι στην ασυρμάτινη βρακοζώνη. Τώρα κυκλοφορούμε με την ξεχειλωμένη κάλτσα στο κουρεμένο μας κεφάλι και την λινάντσα στα ποδάρια. Δεν τρέχουμε, δεν κυνηγάμε τα τραμ. Δεν καυγαδίζουμε. Περνάμε την ώρα μας στην ουρά περιμένοντας το συσσίτιο. Δεν μιλάμε, δεν αντιδικούμε, δεν έχουμε κουράγιο. Μόνο περιμένουμε. Με μια ευχή να φτάσει λίγο ζουμί. Λίγος χυλός από μπομπότα. Πέντε φασόλια σε μια κουταλιά νερόβραστο ζουμί. Λίγο πλιγούρι.

Ένα πράγμα έχει μόνο σημασία για μας. Μήπως λίγο και καταφέρουμε να χορτάσουμε. Μήπως και λίγο γεμίσει τ’ αντεράκι με φουσκωμένο αέρα!

Αρπαζόμαστε από τα ξεραμένα χορτάρια, την τσουκνίδα, τη μολόχα, τ’ αγριόχορτα.

Ξεθάβουμε ρίζες με τα νύχια, με τα δόντια, μ’ ότι βρούμε, για μια παραπούλα, για ένα κοτσάνι, για ένα φύλλο από ρεπάνι. Χωνόμαστε στα σκουπίδια και σκαλίζαμε για μια φλούδα από πατάτα ή πορτοκάλι.

Η πείνα όλο κι αυγατίζει, η πείνα γεννοβολά την πείνα. Λιανίζει τα πόδια και πρήζει την κοιλιά. Βαθαίνει τη σάρκα στα εξωγκομένα κόκκαλα. Βγάζει ένα παχύ χνούδι στο κιτρινιασμένο δέρμα, γιομίζει με ρυτίδες και σχισίματα το πρόσωπο και κάνει γέρο εκατό χρονών , ένα αγόρι στα επτά του.

……….

Μέσα σ’ αυτή την κοσμοχαλασιά, της πείνας, της τρομοκρατίας και της ανημπόριας, η μάνα μας έπαιρνε από το χέρι , εμένα και την μικρή μου αδελφή την Αλεξάνδρα και τραβούσαμε με τα πόδια από του Χαροκόπου στον Κοπανά(σημερινό Βύρωνα) να πάμε στην αδελφή της την θεία Σταυρούλα και την μάνα της τη γιαγιά Αλεξάνδρα. Πήγαινε κατά κει η μάνα να πει τον πόνο και τον καημό της και μια μικρή μικρή ελπίδα μήπως μας τραπεζώσουνε ή εξοικονομήσουμε κάτι για φαγητό, κάτι να βάλουμε στο στόμα μας.

Εκείνοι τη βολεύανε καλύτερα. Ο θείος Χαράλαμπος-ο αδελφός της μάνας-δούλευε στους Γερμανούς στο Χασάνι και πολλές φορές  έφερνε από αποφάγια κομμάτια κουραμάνας κι άλλα μαγειρέματα. Ο θείος Κώστας, ο άντρας της Σταυρούλας , ήταν στην τροχαία κι όλο και κάτι κουβαλούσε. Ή του έστελναν από το χωριό τραχανά και χυλοπίτες.

Βρήκε την ευκαιρεία κάποιας γιορτής η μάνα και μας κουβάλησε από το πρωί στη γιαγιά μήπως συμβεί το τυχερό.

Η γιαγιά μόλις μας είδε κατέβασε τα μούτρα. Μήτε να μας καλωσορίσει, μήτε να μας χαϊδέψει . Σα να’ χε μέσα της θυμό.

Πέρασε πολύ  ώρα και δεν έλεγε να μας κεράσει, ούτε για να πει για τα μάτια τίποτα. Μας έκοβε μια πείνα που δε λεγότανε.

Σε λίγο η μάνα κι η γιαγιά βγήκανε από την κάμαρα και πήγανε στο διπλανή κάμαρη  που έμενε η θεία Σταυρούλα να τα πούνε.

Η Αλεξάνδρα και γώ μείναμε μόνοι μέσα στην κάμαρη , όταν άρχισε το έργο του ψαξίματος , μήπως και βρούμε τίποτα φαγώσιμο. Ψάχνουμε στα ράφια, στο ντουλάπι, στο φανάρι. Σκαλίζουμε τα μαχαιροπίρουνα και την πιατοθήκη. Τίποτα. Ύστερα επιστρατεύοντας το ένστικτο μας ψάχνουμε κάτω από τα κρεβάτια και ώ… ! Του μεγάλου θαύματος, ανακαλύπτουμε το θησαυρό. Ένα πανεράκι με ξερά βύσσινα. Βαθυκόκκινα και ζαρωμένα σαν ελιές θρούμπες, όπως κι έτσι τις νομίζαμε. Δεν πολυπανηγυρίσαμε. Είπαμε να πάρουμε από μια ελιά να γευτούμε την μεγάλη μας πείνα την αλμυροπικράδα μας. Μα αυτό που βάλαμε στο στόμα μας δεν είχε την γεύση της ελιάς, αλλά μια θεία αρωματική γλυκόξινη γεύση που αναστάτωσε τις αισθήσεις και που μας άνοιγε την επιθυμία να τις καταβροχθίσουμε όλες. Τώρα πανηγυρίσαμε. Είπαμε να πάρουμε από ένα ακόμη και ύστερα πάλι από ένα ακόμη, τις κάναμε να…. Και αδειάσαμε το πανεράκι.

Η γιαγιά όμως όταν ήρθε σαν κάτι να ψυλλιάστηκε μια και μας είδε ζαρωμένα και φοβισμένα στη γωνιά κι αμέσως κοίταξε κάτω από το κρεβάτι.

Ποιός είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.

Τραβολογιότανε και σκουπιζότανε με την μαύρη μαντίλα.

Α… γιου μαυρομοίρικα πανάθεμα σας. Η ώρα κι η στιγμή. Κακό χρόνο να μην έχετε… Πανάθεμα σας. Τα είχα για γλυκό και τίποτα δε μου αφήσατε.

Στρίγκλιζε και κοκκίνησε από το κακό της. Τα’ βαλε με τη μάνα πως μας έχει κακομαθημένα, με τον αχαΐρευτο τον πατέρα μας, τον ντεμπελχανά που δε δουλεύει και μας έχει ψόφια στην πείνα, φτωχά και ρημαδιασμένα.

Η μάνα πικράθηκε. Είδα ένα δάκρυ να κυλά στο χλομό της πρόσωπο. Δεν είπε τίποτα απολύτως. Μήτε μια κουβέντα παράπονου , μήτε και μας μάλωσε για ότι κάναμε.

Μόνο μας πήρε και φύγαμε. Από το ένα χέρι εμένα, απ’ το άλλο την Αλεξάνδρα. Κι ότι είχε αρχίσει να ψιλοχιονίζει.

Έκανε τρεις μήνες να ξαναπάει…

Συγγραφέας : Βασίλης Λιόγκαρης.Μέλος ΚΚΕ και ΕΕΛ.

Από το βιβλίο του : Ιστορίες στοχασμού και αναψυχής.Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή/Αθήνα 2005.

Ο εκλεχτός συγγραφέας Βασίλης Λιόγκαρης παιδί προσφύγων από την Θράκη μεγάλωσε στον τότε προσφυγικό συνοικισμό της Χαροκόπου και συνέγραψε μεταξύ άλλων το βιβλίο πολλαπλών εκδόσεων <Συνοικισμός Χαροκόπου>, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Οι σπάνιες φωτογραφίες με θέμα τα παιδιά της Καλλιθέας στην κατοχική περίοδο προέρχονται από το αρχείο του κ. Χρήστου Παπάζογλου επιχειρηματία, εκδότη  της ιστορικής εφημερίδας ΕΡΕΥΝΑ Καλλιθέας(τελεί υπό αναστολή έκδοσης) , μέλος της Ένωσης Ελλήνων Εκδοτών και συγγραφέα.

Φοτό 1: Εθελοντές Καλλιθεάτες για το Αλβανικό μέτωπο.

Φοτό 2: Κατοχική κάρτα παιδιού για συσσίτιο.

3-4-5. Καλλιθέα κατοχής και Εμφυλίου. Συσσίτια παιδιών.

  1. Φωτό σοκ. Μικροί Καλλιθεάτες στην κατοχική Καλλιθέα ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια του δρόμου.
  2. Αρχές του ’50. Μικρός Καλλιθεάτης στους δρόμους… στη βιοπάλη… επάγγελμα :λουστράκος

 

Ύστερα η 10ετία του ’50 και… και… 2018, σχεδόν 70 χρόνια μετά.. Φτώχεια… τρόμος  στους δρόμους από την παραβατικότητα… πείνα… άνθρωποι ψάχνουν στους κάδους για τροφή…

Πηγές: Ιστορίες στοχασμού κι αναψυχής- διηγήματα./ έκδοση- Σύγχρονη Εποχή .

Στατιστικά στοιχεία: Δημήτρη Κάρναβου/Καλλιθέα-Ταυτότητα και Αυτοδιοίκηση/εκδόσεις Τσουκάτου 2006.

Χρήστου Παπάζογλου: Η Καλλιθέα του χτές και του σήμερα/έκδοση ΕΡΕΥΝΑ –Αθήνα 2000.

Ευχαριστώ τους δυο εκλεχτούς Καλλιθεάτες κ.κ Βασίλη Λιόγκαρη και Χρήστο Παπάζογλου για την συμμετοχή τους στο άρθρο.

Επιμέλεια-Έρευνα

Τασσώ Γαΐλα

Αρθρογράφος-Ερευνήτρια.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ