Η πρόταση για την Απλή Αναλογική το 1996

ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

στην πρόταση νόμου » Καθιέρωση του συστήματος της απλής αναλογικής για την εκλογή των βουλευτών»

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

Από την ίδρυσή του το Κ.Κ.Ε. υποστηρίζει την καθιέρωση ενός πάγιου εκλογικού συστήματος, με το οποίο θα επιτυγχάνεται η αντιστοιχία ψήφων του εκλογικού σώματος και βουλευτικών εδρών των κομμάτων και θα δίνει τη δυνατότητα εκπροσώπησης στη Βουλή όλων των υπαρκτών πολιτικών τάσεων και δυνάμεων που παίρνουν μέρος στις εκλογές. Τέτοιο εκλογικό σύστημα είναι η απλή αναλογική. Μόνο η απλή αναλογική μπορεί να αναδείχνει Βουλή, που δεν θα βρίσκεται σε διάσταση με τη συγκεκριμένη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, σαν θεμελιακής νομικής και ηθικής αρχής…

Εκλογικά συστήματα για τη νόθευση της θέλησης του λαού

Ποτέ σχεδόν στα 170 χρόνια της ύπαρξης του νεότερου ελληνικού κράτους δεν κατοχυρώθηκε η ελεύθερη και ανόθευτη εκλογική έκφραση του λαού. Από τις πρώτες εκλογές του 1844 με τους 800 νεκρούς και τις εκλογές της εποχής του Βούλγαρη και του Κωλέττη μέχρι σήμερα οι κυρίαρχες δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα ώστε να υφαρπάζουν τη λαϊκή συγκατάθεση και να περιβάλλουν την εξουσία τους με ένα διάτρητο κοινοβουλευτικό μανδύα. Η τρομοκρατία, η διαφθορά συνειδήσεων, το ρουσφέτι, η βία και η νοθεία, η στρεβλή πληροφόρηση, ο πολιτικός εκβιασμός είναι όπλα που χρησιμοποιούνται ανάλογα, κάθε φορά από τους κρατούντες. Δεσπόζουσα θέση στην αλλοίωση του εκλογικού φρονήματος και για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων κομματικών σκοπιμοτήτων έχει το εκλογικό σύστημα που επιλέγεται κάθε φορά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλες σχεδόν τις μεταπολεμικές εκλογές χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά εκλογικά συστήματα που το κοινό τους γνώρισμα όμως ήταν η λαφυραγώγηση της λαϊκής ψήφου, η κλοπή των βουλευτικών εδρών από τα μικρότερα κόμματα υπέρ των μεγαλυτέρων και τελικά η νόθευση της λαϊκής κυριαρχίας που υποτίθεται ότι κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα, το οποίο θεωρεί ότι κάθε εξουσία πηγάζει από το λαό και λειτουργεί υπέρ αυτού.

Η νόθευση της θέλησης του λαού μέσω των εκλογικών συστημάτων δεν επιδρά μόνο στην αλλοίωση του συσχετισμού μεταξύ των ψήφων που παίρνει ένα κόμμα και στις έδρες που καταλαμβάνει στη Βουλή. Δηλαδή στην -ελέω εκλογικού συστήματος- μετατροπή σε αυτοδύναμες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες κομμάτων μειοψηφούντων στο λαό. Αυτή η κατάσταση αλλοιώνει αποφασιστικά και ουσιαστικά την ίδια τη φύση του πολιτεύματος, όπως αυτό τουλάχιστον εμφανίζεται σε θεσμικά κείμενα, όπως το Σύνταγμα. Υποτίθεται ότι με το Σύνταγμα, μεταξύ άλλων, κατοχυρώνεται η ισότητα της ψήφου των πολιτών. Όταν όμως στην πράξη ένας βουλευτής για να εκλεγεί χρειάζεται 12.187 ψήφους και ένας άλλος 58.098, όπως για παράδειγμα συνέβη το 1974 στην εκλογή αντίστοιχα ενός βουλευτή της ΝΔ και ενός βουλευτή της Ενωμένης Αριστεράς, τότε η ισότητα της ψήφου των πολιτών αποκτά πλέον μόνο θεωρητικό χαρακτήρα.

Η παραμόρφωση του λαϊκού φρονήματος από τους εκλογικούς νόμους έγινε πάντοτε στο όνομα της εξασφάλισης αυτοδύναμης, σταθερής και ισχυρής κυβέρνησης. Για να είναι όμως πραγματικά, ουσιαστικά και αποτελεσματικά και όχι μόνο τυπικά αυτοδύναμη μια κυβέρνηση πρέπει να έχει κερδίσει την πλειοψηφία της ψήφου του λαού. Κυβερνήσεις που στηρίζουν την αυτοδυναμία τους στην εκλογική τεχνική, ούτε αυτοδύναμες είναι ούτε ισχυρές. Αυτές οι κυβερνήσεις, είτε το θέλουν είτε όχι, σέρνουν μαζί τους μια διάσταση. Τη διάσταση ανάμεσα στην επιρροή τους στο λαό και στη δύναμή τους στη Βουλή. Και για να αντιμετωπίσουν τη διάσταση αυτή καταφεύγουν αναπότρεπτα στη δημαγωγία, τον καταναγκασμό, ακόμα και τη βία.

Το ίδιο και η σταθερότητα της κυβέρνησης δεν μπορεί να στηριχτεί στην εκλογική τεχνική, όση πλειοψηφία και αν της δώσει. Και η πολιτική ιστορία της χώρας έχει να παρουσιάσει χαρακτηριστικά παραδείγματα κυβερνήσεων, που αν και είχαν εξασφαλισμένη μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία χάρη στο εκλογικό σύστημα, δεν μπόρεσαν ούτε σταθερότητα, ούτε δύναμη ν’ αποκτήσουν. Γιατί η σταθερότητα μιας κυβέρνησης εξαρτάται από την πολιτική της και το κατά πόσο ανταποκρίνεται στους πόθους του λαού. Και μόνο τα κόμματα που ακολουθούν πολιτική που υπηρετεί όχι το λαό, αλλά τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας και των μονοπωλίων, έχουν ανάγκη από τέτοιου είδους «σταθερότητα».

Κάθε φορά οι κυρίαρχες δυνάμεις επικαλούνται το φόβητρο της ακυβερνησίας αν εφαρμοστεί η απλή αναλογική. Και είναι γεγονός ότι αυτό το φόβητρο έχει την επίδρασή του στους εργαζόμενους, στο λαό, κυρίως στα μικροαστικά στρώματα. Μπορεί όμως αυτό το φόβητρο-δίλημμα να αντιστραφεί, αν στη θέση των αυτοδύναμων κυβερνήσεων, αποτέλεσμα των καλπονοθευτικών συστημάτων, μπει η αξίωση για κυβερνήσεις της πλειοψηφίας του λαού, που θα εκφράζουν τα συμφέροντα του λαού. Κυβερνήσεις υπέρ των μονοπωλίων ή κυβερνήσεις υπέρ του λαού: αυτό πρέπει να είναι το πραγματικό δίλημμα.

«Πλειοψηφία» στη Βουλή – μειοψηφία στο λαό

Είναι πράγματι εκπληκτικό το πόσα απίθανα εκλογικά συστήματα έχουν εφαρμοστεί στη χώρα μας με την πρόφαση του σχηματισμού ισχυρών κυβερνήσεων στη Βουλή, ασχέτως εάν αυτές ήταν μειοψηφία στο λαό:

* Έτσι μετά το 9,7% που συγκέντρωσε η Δημοκρατική Παράταξη το 1950, δηλαδή μετά τον εμφύλιο, οι εκλογομάγειροι της Δεξιάς, με την καθοδήγηση των Αμερικανών, έσπευσαν να αυξήσουν το όριο συμμετοχής ενός κόμματος στη Β’ Κατανομή από το 10% στο 17%. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η νεοσύστατη τότε ΕΔΑ που πήρε το 10,57% των ψήφων να καταλάβει μόλις το 3,87% των εδρών στη Βουλή.

* Οι εκλογές του 1952 διεξήχθηκαν με το πλειοψηφικό χωρίς επαναληπτική αναμέτρηση (τις έδρες κάθε περιφέρειας τις παίρνει όλες το κόμμα της σχετικής πλειοψηφίας). Εκλογικό σύστημα που καθιέρωσε ο Παπάγος, ύστερα από αξιώσεις του τότε Αμερικανού πρεσβευτή Πιουριφόυ. Η ΕΔΑ με το 9,55% των ψήφων αποκλείστηκε από τη Βουλή, ενώ το κόμμα του Παπάγου, αν και συγκέντρωσε το 49,22% των ψήφων, κατέλαβε το 82,3% των βουλευτικών εδρών.

* Στις εκλογές του 1956 ο Κ. Καραμανλής υιοθέτησε νέο εκλογικό σύστημα, το λεγόμενο τριφασικό. Ένα συνδυασμό πλειοψηφικού, υπερενισχυμένης αναλογικής και απλής αναλογικής, ανάλογα με το τι συνέφερε την ΕΡΕ σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Έτσι παρόλο που το κόμμα του Κ. Καραμανλή πήρε το 47,38% των ψήφων κατέλαβε το 55% των βουλευτικών εδρών, ενώ η Δημοκρατική Ένωση – όπου συμμετείχε και η ΕΔΑ- αν και ήταν πρώτο κόμμα, αφού πήρε το 48,15% των ψήφων, κατέλαβε μόλις το 44% των βουλευτικών εδρών.

* Το 1958, με τη συγκατάθεση των Γ. Παπανδρέου και Σ. Βενιζέλου, εφαρμόζεται ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής που θέτει όριο συμμετοχής στη δεύτερη κατανομή το 25%, με στόχο την καταλήστευση των ψήφων της ΕΔΑ. Τελικά το σχέδιο αυτό δεν είχε την επιτυχία που προσδοκούσαν οι κυρίαρχες δυνάμεις.

* Ακολουθούν οι εκλογές της βίας και νοθείας του 1961, όπου πέραν όλων των όσων άλλων συνέβησαν σε βάρος της Αριστεράς, η ΕΔΑ με το 14,34% των ψήφων παίρνει μόνο το 8% των βουλευτικών εδρών.

* Ανάλογη είναι και η κατάσταση στις εκλογές που ακολούθησαν μέχρι τη δικτατορία του 1967: Το 1963 η Ένωση Κέντρου, ενώ παίρνει το 42,04% των ψήφων, καταλαμβάνει το 46% των εδρών στο Κοινοβούλιο. Η ΕΔΑ με το 14,34% των ψήφων καταλαμβάνει μόλις το 9,34% των βουλευτικών εδρών. Η ΕΡΕ με το 39,37% των ψήφων έχει το 44% των εδρών. Στις εκλογές του επόμενου χρόνου, το 1964, η Ένωση Κέντρου παίρνει το 52,72% των ψήφων και το 57% των εδρών, ενώ η ΕΔΑ με το 11,8% των ψήφων μόλις το 7,33% των εδρών.

* Στις πρώτες εκλογές μετά τη μεταπολίτευση ο Κ. Καραμανλής εισηγείται και το υπουργικό συμβούλιο -στο οποίο μετέχει και η Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις- εγκρίνει εκλογικό σύστημα, με το οποίο επιτυγχάνεται το μεγαλύτερο ποσοστό καλπονοθευτικής πριμοδότησης στο πρώτο κόμμα. Η ΝΔ με το 54,37% των ψήφων κατέλαβε το 73% των εδρών στη Βουλή, ενώ η Ενωμένη Αριστερά με το 9,47% των ψήφων εξασφάλισε μόλις το 2,66% των εδρών και το ΠΑΣΟΚ με το 13,58% των ψήφων πήρε το 5% των εδρών. Μόνο για την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις το σύστημα λειτούργησε αναλογικά, αφού με το 20,42% των ψήφων κατέλαβε το 20% των βουλευτικών εδρών.

* Στις εκλογές του 1977 το εκλογικό σύστημα εξασφαλίζει στη ΝΔ άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφού κατέλαβε το 57% των εδρών, αν και πήρε μόλις το 41,84% των ψήφων. Πριμοδοτήθηκε δηλαδή με 46 έδρες, που αφαιρέθηκαν από τα μικρότερα κόμματα. Οι 17 από αυτές τις έδρες ανήκαν στο ΚΚΕ, που πήρε το 9,36% των ψήφων, αλλά μόλις το 3,66% των βουλευτικών εδρών. Κερδισμένο από το εκλογικό σύστημα -πέραν του κόμματος της ΝΔ- είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ που με το 25,34% των ψήφων κατέλαβε το 31% των εδρών της Βουλής.

* Στις εκλογές του 1981 ξαναλεηλατούνται οι έδρες του ΚΚΕ από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Συγκεκριμένα το ΠΑΣΟΚ με το 48,06% των ψήφων κατέλαβε το 57,33% των εδρών, η ΝΔ με το 35,91% των ψήφων κατέλαβε το 38,33% των εδρών, ενώ το ΚΚΕ με το 10,89% των ψήφων κατέλαβε μόλις το 4,33% των βουλευτικών εδρών.

* Ανάλογης καλπονοθευτικής λογικής είναι και οι εκλογικοί νόμοι που έφτιαξε το ΠΑΣΟΚ, παρά το ότι στο «Συμβόλαιο με το λαό» δεσμευόταν ότι «με την άνοδό του στην κυβέρνηση θα προωθήσει την καθιέρωση της απλής αναλογικής για να καταγράφεται η λαϊκή βούληση χωρίς παραμορφώσεις» (σελίδα 40 του «Συμβολαίου με το λαό»). Έτσι το 1985 με το 45,82% των ψήφων το ΠΑΣΟΚ κατέλαβε το 54% των εδρών και η ΝΔ -που είχε ψηφίσει τον εκλογικό νόμο- με το 40,84% των ψήφων κατέλαβε το 42% των εδρών. Αντίθετα το ΚΚΕ με το 9,89% των ψήφων κατέλαβε μόλις το 4% των εδρών.

* Στις εκλογές του Ιούνη του 1989 η ΝΔ με το 44,28% των ψήφων κατέλαβε το 48,3% των εδρών, το ΠΑΣΟΚ με το 39,13% των ψήφων κατέλαβε το 41,6% των εδρών και ο ενιαίος Συνασπισμός με το 13,13% των ψήφων κατέλαβε το 9,3% των εδρών.

* Στις εκλογές του Νοέμβρη του 1989 η ΝΔ με το 46,19% των ψήφων κατέλαβε το 49,3% των εδρών, το ΠΑΣΟΚ με το 40,65% των ψήφων κατέλαβε το 42,6% των εδρών και ο ενιαίος Συνασπισμός με το 10,97% των ψήφων κατέλαβε το 7% των εδρών.

* Στις εκλογές του Απρίλη του 1990 η ΝΔ με το 46,89% των ψήφων κατέλαβε το 50% των εδρών, το ΠΑΣΟΚ με το 38,61% των ψήφων κατέλαβε το 41% των εδρών και ο ενιαίος Συνασπισμός με το 10,28% των ψήφων κατέλαβε το 6,3% των εδρών.

* Στις εκλογές του 1993 με το εκλογικό σύστημα που είχε φτιάξει η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ με το 46,88% των ψήφων κατέλαβε το 56,6% των εδρών, η ΝΔ με το 39,3% των ψήφων κατέλαβε το 37% των εδρών, το ΚΚΕ με το 4,54% των ψήφων κατέλαβε το 3% των εδρών, η Πολιτική Άνοιξη με το 4,88% των ψήφων κατέλαβε το 3,3% των εδρών, ενώ αποκλείστηκαν από τη Βουλή όλα τα μικρότερα κόμματα που δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν το όριο του 3% που έθετε ο εκλογικός νόμος.

Εξάλλου, από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικός ο σχετικός ΠΙΝΑΚΑΣ που παραθέτουμε, με τα αποτελέσματα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών (22.9.1996), στις οποίες -με εξαίρεση το ΠΑΣΟΚ- όλα τα κόμματα πήραν λιγότερες έδρες από όσες δικαιούνταν:

Ο αριθμός των βουλευτικών εδρών που πήραν τα κόμματα στις πρόσφατες εκλογές (22-9-1996) και οι έδρες που θα έπρεπε να πάρουν.

Τι προβλέπει τούτη η πρόταση νόμου

Για να πάρει τέλος μια πολύχρονη ανωμαλία, για να υπάρξει, όσο αυτό είναι δυνατό μέσα στο γενικότερο πλαίσιο στο οποίο διεξάγονται οι εκλογές, έστω τυπικά αντιστοιχία ψήφων και εδρών, προτείνουμε στη Βουλή την πρόταση νόμου για την εφαρμογή της απλής αναλογικής. Ειδικότερα, τούτη η πρόταση νόμου προβλέπει:

* Στο άρθρο 1 τη διατήρηση των εκλογικών περιφερειών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν ιστορικά, δηλαδή εκλογική περιφέρεια ορίζεται ο Νομός -με εξαίρεση το Νομό Αττικής που χωρίζεται σε πέντε εκλογικές περιφέρειες και το Νομό Θεσσαλονίκης που χωρίζεται σε δύο εκλογικές περιφέρειες.

* Στο άρθρο 2 τον ορισμό του αριθμού των βουλευτών σε τριακόσιους, τον τρόπο υπολογισμού του αριθμού των βουλευτικών εδρών σε κάθε περιφέρεια και την κατάργηση του θεσμού των βουλευτών Επικρατείας.

* Στο άρθρο 3 για την καλύτερη διασφάλιση της αποφυγής ενδεχόμενης διπλοψηφίας από τα πρόσωπα που εγγράφονται και ψηφίζουν με βάση ειδικούς εκλογικούς καταλόγους (δημόσιοι υπάλληλοι, στρατιωτικοί, αστυνομικοί κ.λπ.) προβλέπεται: α) η παραμονή των εκλογικών τους βιβλιαρίων στα Πρωτοδικεία μετά την κατάρτιση των ειδικών εκλογικών καταλόγων και η επιστροφή τους μετά τη διεξαγωγή των εκλογών, β) η κατάργηση της δυνατότητας εγγραφής στους ειδικούς καταλόγους με μόνη την προσκόμιση από τα παραπάνω πρόσωπα υπεύθυνης δήλωσης περί αδυναμίας να καταθέσουν στις υπηρεσίες τους το εκλογικό βιβλιάριο και γ) η παράδοση δωρεάν των γενικών και ειδικών εκλογικών καταλόγων στα κόμματα.

* Στο άρθρο 4 προβλέπεται η διαδικασία πρότασης των υποψηφίων και των συνδυασμών και προβλέπεται η κατάργηση του σταυρού προτίμησης και η επαναφορά της λίστας.

* Στο άρθρο 5 προβλέπεται η διαδικασία της πρώτης κατανομής βουλευτικών εδρών. Σημαντικές καινοτομίες του άρθρου αυτού σε σχέση με ό,τι ισχύει μέχρι τώρα είναι η κατάργηση του σταυρού προτίμησης και η επαναφορά της λίστας. Καταργείται και η ρύθμιση, που ισχύει τώρα, σύμφωνα με την οποία στις μονοεδρικές περιφέρειες η έδρα παραχωρείται στο συνδυασμό που έλαβε τη σχετική πλειοψηφία. Με τούτο το νόμο η έδρα, κατά την πρώτη κατανομή, παραχωρείται μόνο αν κάποιος συνδυασμός συγκεντρώσει το εκλογικό μέτρο. Σε διαφορετική περίπτωση η έδρα μένει αδιάθετη και παραχωρείται στη δεύτερη ή την τρίτη κατανομή. Επιπλέον καταργούνται το «συν ένα» στον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου, το πλαφόν του 3% των ψήφων που πρέπει να πάρει κάποιο κόμμα προκειμένου να καταλάβει βουλευτικές έδρες και η διαδικασία της λεγόμενης εξομάλυνσης.

* Στα άρθρα 6 και 7 ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της δεύτερης και τρίτης κατανομής των αδιάθετων βουλευτικών εδρών στις μείζονες εκλογικές περιφέρειες και σε ολόκληρη την Επικράτεια, αντίστοιχα. Βασικό στοιχείο των άρθρων αυτών είναι η πρόβλεψη της μεταφοράς σε κάθε επόμενη κατανομή μόνο όσων ψήφων κάθε συνδυασμού δεν χρησιμοποιήθηκαν στην προηγούμενη κατανομή για την κατάληψη βουλευτικής έδρας. Επίσης, για τον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου δεν προβλέπεται η θέσπιση του «συν ένα», ενώ -προκειμένου να επιτυγχάνεται καλύτερη γεωγραφική εκπροσώπηση- η κατανομή των εδρών στη δεύτερη και τρίτη κατανομή αρχίζει από τα κόμματα που έλαβαν το μικρότερο αριθμό ψήφων.

Στο άρθρο 8 προβλέπεται η διατήρηση των διατάξεων του π.δ/τος 92/1994, που δεν αντιτίθενται στις διατάξεις αυτού του νόμου.

Αθήνα, 16 Οκτώβρη 1996

Οι Προτείνοντες Βουλευτές

Αλέκα Παπαρήγα

Λέων Αυδής

Νίκος Γκατζής

Αχιλλέας Κανταρτζής

Ορέστης Κολοζώφ

Στρατής Κόρακας

Μήτσος Κωστόπουλος

Μαρία Μπόσκου

Βαγγέλης Μπούτας

Σταύρος Παναγιώτου

Αποστόλης Τασούλας

ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

Καθιέρωση του συστήματος της απλής αναλογικής για την εκλογή των βουλευτών

Άρθρο 1

Εκλογικές Περιφέρειες

1. Περιφέρεια για την εκλογή βουλευτών ορίζεται ο Νομός.

2. Κατ’ εξαίρεση διαιρούνται:

α) Ο Νομός Αττικής σε πέντε (5) εκλογικές περιφέρειες, δηλαδή στις:

– Α’ Εκλογική Περιφέρεια Αθηνών, η οποία αποτελείται από το Δήμο Αθηναίων,

– Β’ Εκλογική Περιφέρεια Αθηνών, η οποία αποτελείται από τους υπόλοιπους δήμους και κοινότητες, που περιλαμβάνονταν στην περιφέρεια του πρώην Δήμου Αθηναίων,

– Α’ Εκλογική Περιφέρεια Πειραιά, η οποία αποτελείται από το Δήμο Πειραιά, το Δήμο Σπετσών και από τις Επαρχίες Αίγινας, Κυθήρων, Τροιζηνίας και ‘Ύδρας,

– Β’ Εκλογική Περιφέρεια Πειραιά, η οποία αποτελείται από τους υπόλοιπους δήμους και κοινότητες που περιλαμβάνονταν στην περιφέρεια του πρώην Δήμου Πειραιά και τη νήσο Σαλαμίνας,

– Εκλογική Περιφέρεια του Νομού Αττικής, και

β) ο Νομός Θεσσαλονίκης σε δύο (2) εκλογικές περιφέρειες, δηλαδή στις:

– Α’ Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελείται από τον πρώην Δήμο Θεσσαλονίκης,

– Β’ Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελείται από το υπόλοιπο του Νομού Θεσσαλονίκης.

3. Οι εκλογικές περιφέρειες νοούνται με τα διοικητικά όριά τους που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1985.

Άρθρο 2

Αριθμός βουλευτών – Βουλευτικές έδρες

1. Ο αριθμός των βουλευτών για όλη την επικράτεια ορίζεται σε τριακόσιους (300).

2. Ο αριθμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται κάθε φορά με βάση το νόμιμο πληθυσμό της, όπως αυτός προκύπτει από τα αποτελέσματα της τελευταίας απογραφής, της οποίας τα επίσημα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Μέτρο για τον υπολογισμό του αριθμού των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας είναι το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού αριθμού των δημοτών, ο οποίος καθορίζεται στους πίνακες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, δια του συνολικού αριθμού των βουλευτών, που ορίζεται στην παράγραφο 1 τούτου του άρθρου.

4. Ο αριθμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας είναι το πηλίκο της διαίρεσης του αριθμού των δημοτών της, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 2 τούτου του άρθρου, δια του εκλογικού μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 3 τούτου του άρθρου.

5. Οι έδρες που απομένουν αδιάθετες προστίθενται ανά μία στις εκλογικές περιφέρειες, οι οποίες παρουσιάζουν κατά σειρά το μεγαλύτερο υπόλοιπο, ώσπου να συμπληρωθεί ο συνολικός αριθμός των τριακοσίων (300) εδρών, που καθορίζεται στην παράγραφο 1 τούτου του άρθρου.

6. Το άρθρο 3 του π.δ/τος 92/1994: «Κωδικοποίηση σ’ ενιαίο κείμενο της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» (ΦΕΚ 69 Α’/9.5.1994) καταργείται.

Άρθρο 3

Ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι

1. Η παράγραφος 10 του άρθρου 27 του π.δ/τος 92/1994 αντικαθίσταται ως εξής:

«10. Ύστερα από την έκδοση των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, τα εκλογικά βιβλιάρια παραμένουν και φυλάσσονται στα Πρωτοδικεία και επιστρέφονται στις οικείες υπηρεσίες ή μονάδες δεκαπέντε (15) ημέρες μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων ανακήρυξης των Βουλευτών από τα Πρωτοδικεία».

2. Η παράγραφος 12 του άρθρου 27 του π.δ/τος 92/1994 καταργείται.

3. Δικαιούνται μια πλήρη σειρά των ειδικών και των γενικών εκλογικών καταλόγων του Κράτους, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε αντιτίμου, τα πολιτικά κόμματα και συνασπισμοί κομμάτων:

α) που εκπροσωπούνται στη Βουλή,

β) από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και

γ) που στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές είχαν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς τουλάχιστον στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της χώρας.

Άρθρο 4

Πρόταση υποψηφίων – Συνδυασμοί

1. Οι υποψήφιοι προτείνονται από τουλάχιστον δώδεκα (12) εκλογείς κάθε εκλογικής περιφέρειας. Οι υποψήφιοι έχουν το δικαίωμα επίσης να προτείνουν εγγράφως την υποψηφιότητά τους οι ίδιοι προσωπικά.

2. Οι υποψήφιοι, που ανακηρύσσονται σύμφωνα με το άρθρο 33 του π.δ/τος 92/1994, παίρνουν μέρος στις εκλογές είτε σε συνδυασμό είτε ως μεμονωμένοι.

3. Ο συνδυασμός καταρτίζεται με δήλωση όπως προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 34 του π.δ/τος 92/1994 με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου τούτου του άρθρου.

4. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του π.δ/τος 92/1994 αντικαθίσταται ως εξής: «Στη δήλωση οι υποψήφιοι αναγράφονται υποχρεωτικά με τη σειρά που προτείνονται από τα αρμόδια όργανα των κομμάτων που προβλέπονται από τα εδάφια 1 και 2 της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του π.δ/τος 92/1994 και ανακηρύσσονται».

5. Η παράγραφος 6 του άρθρου 34 του π.δ/τος 92/1994 αντικαθίσταται ως εξής: «Κάθε συνδυασμός μπορεί να περιλάβει αριθμό υποψηφίων μέχρι του αριθμού των βουλευτικών εδρών της εκλογικής περιφέρειας».

Άρθρο 5

Πρώτη κατανομή εδρών

1. Οι έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των εκλογικών περιφερειών που εκλέγουν ένα μόνο βουλευτή, κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών και των μεμονωμένων υποψηφίων αυτής ανάλογα με την εκλογική δύναμη καθενός συνδυασμού ή μεμονωμένου υποψηφίου.

2. Για το σκοπό αυτόν διαιρείται το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων της εκλογικής περιφέρειας με τον αριθμό των εδρών της. Το πηλίκο της διαίρεσης, παραλείποντας το κλάσμα, αποτελεί το εκλογικό μέτρο, με το οποίο διαιρείται η εκλογική δύναμη κάθε συνδυασμού κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων, δηλαδή το σύνολο των υπέρ αυτού έγκυρων ψηφοδελτίων στην περιφέρεια και λαμβάνει κάθε συνδυασμός τόσες έδρες, όσες φορές περιέχεται στην εκλογική του δύναμη το εκλογικό μέτρο.

3. Οι έδρες που παραχωρούνται σύμφωνα με τις παραπάνω παραγράφους τούτου του άρθρου σε κάθε συνδυασμό καταλαμβάνονται από τους υποψηφίους αυτού κατά τη σειρά που οι υποψήφιοι αυτοί έχουν προταθεί και ανακηρυχθεί.

4. Οι παράγραφοι 7, 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 65, καθώς και οι παράγραφοι 10, 11, 12 και 13 του άρθρου 88 του π.δ/τος 92/1994 καταργούνται.

Άρθρο 6

Δεύτερη κατανομή εδρών

1. Αν, μετά την κατανομή των εδρών που έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου σε κάθε εκλογική περιφέρεια, παραμένουν αδιάθετες έδρες, ενεργείται κατανομή των αδιάθετων εδρών κατά μείζονες εκλογικές περιφέρειες, όπως αυτές καθορίζονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89 του π.δ/τος 92/1994.

2. Οι αδιάθετες έδρες, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο τούτου του άρθρου, κατανέμονται μεταξύ όλων των κομμάτων και των συνασπισμών. Για το σκοπό αυτόν σε κάθε μείζονα εκλογική περιφέρεια αθροίζονται τα υπόλοιπα όλων των κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων, που στην πρώτη κατανομή δεν χρησιμοποιήθηκαν για την κατάληψη έδρας και διαιρείται με το άθροισμα των εδρών που δεν διατέθηκαν στην πρώτη κατανομή. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, παραλείποντας το κλάσμα, αποτελεί το εκλογικό μέτρο της δεύτερης κατανομής. Σε συνέχεια, το άθροισμα των υπολοίπων του καθενός χωριστά κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες της μείζονος εκλογικής περιφέρειας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν για την κατάληψη έδρας στην πρώτη κατανομή, διαιρείται με το εκλογικό μέτρο της δεύτερης κατανομής. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, παραλείποντας το κλάσμα, δείχνει τον αριθμό των εδρών, που πρέπει να πάρει το κόμμα ή ο συνασπισμός κομμάτων από τη δεύτερη κατανομή σ’ ολόκληρη τη μείζονα εκλογική περιφέρεια. Η κατανομή αυτών των εδρών γίνεται με βάση το υπόλοιπο κάθε κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων, ξεκινώντας από τα κόμματα ή τους συνασπισμούς κομμάτων που στη συγκεκριμένη μείζονα εκλογική περιφέρεια έλαβαν το μικρότερο αριθμό ψήφων, στη συνέχεια το αμέσως μεγαλύτερο κ.ο.κ..

3. Στην περίπτωση που ένα κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων δικαιούται να λάβει έδρες από τη δεύτερη αυτή κατανομή εδρών, τις λαμβάνει στις εκλογικές περιφέρειες όπου υπάρχουν αδιάθετες από την πρώτη κατανομή έδρες και σ’ εκείνες όπου έχει το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο μετά την πρώτη κατανομή υπόλοιπο.

Άρθρο 7

Τρίτη κατανομή εδρών

1. Αν, μετά την κατανομή των εδρών που έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου σε κάθε μείζονα εκλογική περιφέρεια, παραμένουν αδιάθετες έδρες, ενεργείται κατανομή των αδιάθετων εδρών σε ολόκληρη την επικράτεια.

2. Οι αδιάθετες έδρες, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο τούτου του άρθρου, κατανέμονται μεταξύ όλων των κομμάτων και των συνασπισμών κομμάτων. Για το σκοπό αυτόν αθροίζονται τα υπόλοιπα όλων των κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων, που στη δεύτερη κατανομή δεν χρησιμοποιήθηκαν για την κατάληψη έδρας και διαιρείται με το άθροισμα των εδρών που δεν διατέθηκαν στην πρώτη και στη δεύτερη κατανομή. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, παραλείποντας το κλάσμα, αποτελεί το εκλογικό μέτρο της τρίτης κατανομής. Σε συνέχεια, το άθροισμα των υπολοίπων του καθενός χωριστά κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων σε όλες τις μείζονες εκλογικές περιφέρειες της επικράτειας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν για την κατάληψη έδρας στη δεύτερη κατανομή, διαιρείται με το εκλογικό μέτρο της τρίτης κατανομής. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, παραλείποντας το κλάσμα, δείχνει τον αριθμό των εδρών, που πρέπει να πάρει το κόμμα ή ο συνασπισμός κομμάτων από την τρίτη κατανομή σ’ ολόκληρη την επικράτεια. Η κατανομή αυτών των εδρών γίνεται με βάση το υπόλοιπο κάθε κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων, ξεκινώντας από τα κόμματα ή τους συνασπισμούς κομμάτων που έλαβαν σε ολόκληρη την επικράτεια το μικρότερο αριθμό ψήφων, στη συνέχεια το αμέσως μεγαλύτερο κ.ο.κ. μέχρι να διατεθούν όλες οι έδρες.

3. Στην περίπτωση που ένα κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων δικαιούται να λάβει έδρες από την τρίτη κατανομή, τις λαμβάνει στις μείζονες εκλογικές περιφέρειες, όπου έμειναν αδιάθετες από τη δεύτερη κατανομή έδρες και σε αυτές τις μείζονες περιφέρειες όπου είχε το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο μετά τη δεύτερη κατανομή υπόλοιπο.

4. Το κόμμα ή ο συνασπισμός κομμάτων λαμβάνει τις έδρες που δικαιούται μέσα στα όρια των παραπάνω μειζόνων περιφερειών, στις εκλογικές περιφέρειες, όπου μετά και το πέρας της δεύτερης κατανομής εδρών υπάρχουν αδιάθετες έδρες και σε εκείνες όπου έχει το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο μετά την πρώτη κατανομή εδρών υπόλοιπο.

5. Αν και μετά το πέρας της διανομής των εδρών που έγινε σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις στα πλαίσια της τρίτης κατανομής εδρών παραμείνουν αδιάθετες έδρες, αυτές κατανέμονται μεταξύ όλων των κομμάτων και συνασπισμών κομμάτων με βάση το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο μετά και από την τρίτη κατανομή εδρών υπόλοιπο, ξεκινώντας από τα κόμματα που έλαβαν σε ολόκληρη την επικράτεια το μικρότερο αριθμό ψήφων, στη συνέχεια το αμέσως μεγαλύτερο κ.ο.κ. μέχρι να διατεθούν όλες οι έδρες.

Άρθρο 8

Ισχύουσες διατάξεις

Οι διατάξεις του π.δ/τος 92/1994 εξακολουθούν να ισχύουν, εκτός κι αν ορίζεται διαφορετικά σε τούτο το νόμο.

Αθήνα, 16 Οκτώβρη 1996

Οι Προτείνοντες Βουλευτές

Αλέκα Παπαρήγα

Λέων Αυδής

Νίκος Γκατζής

Αχιλλέας Κανταρτζής

Ορέστης Κολοζώφ

Στρατής Κόρακας

Μήτσος Κωστόπουλος

Μαρία Μπόσκου

Βαγγέλης Μπούτας

Σταύρος Παναγιώτου

Αποστόλης Τασούλας

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ