Η πιτσιλωτή κουκουβάγια και οι θέσεις εργασίας

288

Αν βρισκόταν κανείς στην Πολιτεία του Όρεγκον (ΗΠΑ) στη δεκαετία του 80’ θα έβλεπε συνθήματα όπως «μη δολοφονείτε τα δάση μας» αλλά και συνθήματα όπως «σκοτώστε τις κουκουβάγιες και όχι τις θέσεις εργασίας» κολλημένα στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων. Τα συνθήματα αυτά δεν ήταν παρά μια από τις εκφράσεις που είχε πάρει η διαμάχη μεταξύ οικολόγων και παραγόντων της οικονομίας, για το τι είναι πολυτιμότερο: να σωθούν τα αρχέγονα δάση των ανατολικών ακτών, ή να διατηρηθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας μέσα σε ένα καθεστώς κρίσης και ανασφάλειας;

Η κουκουβάγια (Northern Spotted Owl – Strix occidentalis caurina) που κατοικούσε στα δάση αυτά έγινε έτσι το σύμβολο μιας διαμάχης που κράτησε για πάνω από 10 χρόνια. Οι οικολογικές οργανώσεις υποστήριζαν από την πλευρά τους ότι τα αρχέγονα δάση ήταν πολύτιμα όχι μόνο για την επιβίωση της κουκουβάγιας, αλλά και για εκατοντάδες άλλα είδη που ήταν εξαρτημένα από τα συγκεκριμένα ενδιαιτήματα. Έλεγαν ακόμη ότι οι θέσεις εργασίας δεν απειλούνται από την προστασία του περιβάλλοντος αλλά από την (εγγενή) τάση της βιομηχανίας να αντικαθιστά την ανθρώπινη εργασία με μηχανές. Πρότειναν μάλιστα εναλλακτικά σενάρια για την ενίσχυση της απασχόλησης μέσα σε ένα καθεστώς «πράσινης οικονομίας».

Από την πλευρά τους, οι εκπρόσωποι των εταιρειών ξυλείας, αλλά και οι εκπρόσωποι των συνδικάτων αντέτειναν ότι δεν υπήρχε πραγματική απειλή για τις κουκουβάγιες, ότι οι πληθυσμοί τους είχαν σκόπιμα υπερεκτιμηθεί, ότι τα ζώα αυτά εύκολα προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και ότι δεν χρειάζονται τόσο μεγάλες, αδιατάρακτες εκτάσεις, όσες υπολόγιζαν οι ορνιθολόγοι (20.000 στρέμματα φυσικού δάσους για κάθε ζευγάρι πουλιών). Την τελική λύση την έδωσαν τα δικαστήρια, που σε γενικές γραμμές δικαίωσαν τις θέσεις των οικολόγων και υποχρέωσαν τις εταιρείες να υπαγάγουν τα δάση τα οποία εκμεταλλεύονταν στο καθεστώς του Εθνικού Συστήματος Διαχείρισης που επιβάλλει ειδικούς όρους για την προστασία της φυσικότητας και τη διατήρηση της άγριας πανίδας.

Τα δάση δεν είναι τα μόνα ενδιαιτήματα που συρρικνώνονται. Το ίδιο ισχύει για τα λιβάδια, τις βραχώδεις ακτές ή και τους ξερούς και «άγονους» φρυγανότοπους. Το ίδιο και για τους υγροτόπους. Η διαφορά είναι πως οι τελευταίοι, όπως και το δάσος, είναι μια τεράστια δεξαμενή βιολογικού υλικού με μεγάλή ποικιλία αλληλεξαρτώμενων ειδών μεγάλης οικολογικής και οικονομικής σημασίας. Ο σφυγμός της βιοποικιλότητας επιταχύνεται εκεί που το νερό συναντά την ξηρά. Τα πουλιά είναι οι βασικοί εκτελεστές μιας συμφωνίας που περιλαμβάνει επίσης οστρακόδερμα, ψάρια, αμφίβια, ακόμα και θηλαστικά.

Όμως, αν και ο πολύς ο κόσμος εντυπωσιάζεται από τα φλαμίνγκο, τους ερωδιούς και τις πολύχρωμες πάπιες, εντούτοις στην κοινή συνείδηση οι υγρότοποι είναι συνδεδεμένοι με κουνούπια και αρρώστιες όπως η ελονοσία. Αυτή η αντίφαση, που τονίστηκε από το γεγονός πως οι άλλοτε ακατοίκητες αυτές περιοχές άρχισαν σιγά-σιγά να κατοικούνται, σε συνδυασμό με την άποψη πως επρόκειτο για αντιπαραγωγικές περιοχές, οδήγησε σε εκτεταμένα προγράμματα αποξηράνσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Υπολογίζεται πως στον αιώνα αυτό καταστράφηκε το 50% περίπου των παγκόσμιων υγροτόπων. Στην Ελλάδα αντίστοιχα, οι απώλειες υπολογίζονται σε ποσοστό 60-70% !

Πηγή κειμένου: Ευθυμιόπουλος Ηλίας, “Το δίλημμα της πεταλούδας – Οικολογική ερμηνευτική και περιβαλλοντικός σχετικισμός”, Ακαδημία Αθηνών – Μαριολοπούλειο-Καναγκίνειο Ίδρυμα Επιστημών Περιβάλλοντος, 2017.

Φωτο: nsobreedingprogram.com

dasarxeio.com

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ