Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΓΡΑΝΝΙΚΟΥ

146

Στο μεταξύ οι στρατηγοί του Δαρείου είχαν συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη και την είχαν παρατάξει στη διάβαση του Γρανικού. Ήταν ίσως αναγκαίο να πολεμήσουν σαν να ήταν στις πύλες της Ασίας, για την είσοδο και την αρχή του πολέμου. Πολλοί Μακεδόνες φοβόντουσαν το βάθος του ποταμού και την ανωμαλία και το απότομο των αντικρινών οχθών του ποταμού, όπου θα γινόταν η απόβαση και παράλληλα θα δινόταν η μάχη. Κάποιοι ακόμα ήθελαν να τηρήσουν αυτό που πίστευαν για τον μήνα, (γιατί τον μήνα Δαίσιο οι βασιλιάδες της Μακεδονίας δε συνήθιζαν να πολεμούν). Αυτό όμως το διόρθωσε ο Αλέξανδρος, γιατί διέταξε να θεωρήσουν τον μήνα όχι ως τον Δαίσιο αλλά ως δεύτερο Αρτεμίσιο. Στον Παρμενίωνα που είχε επιφυλάξεις γιατί η ώρα ήταν περασμένη και δεν ήταν φρόνιμο να κινδυνέψουν, του απάντησε πως θα ντρεπόταν τον Ελλήσποντο αν φοβόταν να διαβεί τον Γρανικό. Έτσι, όρμησε στο ποτάμι με δεκατρείς ίλες ιππέων. Φαινόταν πως συμπεριφερόταν περισσότερο με μανία και απόγνωση παρά με τη λογική γιατί τους καθοδηγούσε ενάντια στα βέλη και σε τόπους απότομους που ήταν γεμάτοι από οπλισμένους στρατιώτες και ιππείς, ενάντια στο ρεύμα του ποταμού που τους παράσερνε και κόντευε να τους πνίξει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αφού περνούσαν το ποτάμι και επικρατούσαν με δυσκολία σε μέρη που εξαιτίας του πηλού ήταν υγρά και γλιστρούσαν, έπρεπε αμέσως να συνεχίσουν τη μάχη ανάκατα κι να συγκρούεται σώμα με σώμα με τους εχθρούς πριν να μπουν σε μια τάξη όσοι περνούσαν τον ποταμό. Γιατί οι Πέρσες ορμούσαν με κραυγές, ιππείς εναντίον ιππέων, χρησιμοποιώντας τα δόρατα κι όταν αυτά έσπαναν, τα ξίφη.

Κι όρμησαν πολλοί εναντίον του (γιατί διακρινόταν από τη μικρή του ασπίδα και τη χαίτη της περικεφαλαίας του που είχε κι από τις δυο μεριές πτέρωμα θαυμαστό εξαιτίας της λευκότητας και του μεγέθους του). Χτυπήθηκε από ακόντιο κάτω από την πτυχή του θώρακα χωρίς όμως να τραυματιστεί. Τότε του επιτέθηκαν οι στρατηγοί Ροισάκης και Σπιθριδάτης· τον Σπιθριδάτη τον απέφυγε και εναντίον του Ροισάκη πρόβαλε το δόρυ του· επειδή το δόρυ έσπασε, όρμησε με το σπαθί του. Καθώς συγκρούστηκαν, ο Σπιθριδάτης πλησίασε με το άλογό του από τα πλάγια κι αφού ανασηκώθηκε τον κτύπησε με το βαρβαρικό κοπίδι· από το κτύπημα έσπασε το λοφίο της περικεφαλαίας μαζί με το ένα πτερό, το κράνος όμως συγκράτησε την ορμή του κτυπήματος και το κοπίδι μόλις ακούμπησε τις τρίχες του κεφαλιού. Την ώρα που ο Σπιθριδάτης ήταν έτοιμος να τον κτυπήσει για δεύτερη φορά, έφτασε ο Κλείτος ο μαύρος, και τον διαπέρασε με τη λόγχη του. Ταυτόχρονα έπεφτε και ο Ροισάκης που τον είχε πληγώσει ο Αλέξανδρος με το ξίφος του.

Κι όσο η ιππομαχία βρισκόταν σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή η μακεδονική φάλαγγα διέβαινε το ποτάμι και συγκρούονταν οι πεζοί. Οι Πέρσες δεν αντιστάθηκαν με δύναμη ούτε άντεξαν για πολλή χρόνο και γρήγορα τράπηκαν σε φυγή εκτός από τους Έλληνες μισθοφόρους. Αυτοί, αφού συγκεντρώθηκαν σε κάποιο λόφο, ζητούσαν εγγυήσεις από τον Αλέξανδρο. Κι αυτός περισσότερο από θυμό παρά από λογική, όρμησε πρώτος. Τότε χάνει το άλογό του που πληγώθηκε από σπαθί στα πλευρά (ήταν κάποιο άλλο άλογο κι όχι ο Βουκεφάλας).  Και οι περισσότεροι που πέθαναν και τραυματίστηκαν εκεί κινδύνευσαν και έπεσαν πολεμώντας με ανθρώπους απεγνωσμένους και αξιόμαχους. Από τους βαρβάρους λέγεται ότι σκοτώθηκαν περίπου είκοσι χιλιάδες πεζοί και χίλιοι πεντακόσιοι ιππείς. Ο Αριστόβουλος λέει ότι από τον στρατό του Αλέξανδρου σκοτώθηκαν όλοι κι όλοι τριάντα τέσσερις από τους οποίους οι εννιά ήταν πεζοί. Γι’ αυτούς διέταξε ο Αλέξανδρος να στηθούν χάλκινα αγάλματα, τα οποία τα κατασκεύασε ο Λύσιππος. Αναγγέλλοντας τη νίκη του στους Έλληνες, ιδίως στους Αθηναίους, έστειλε τριακόσιες ασπίδες των αιχμαλώτων, και στ’ άλλα λάφυρα διέταξε να γράψουν από κοινού φιλόδοξη επιγραφή:

«Αλέξανδρος ο γιος του Φιλίππου και οι Έλληνες εκτός από τους Λακεδαιμόνιους από τους βαρβάρους που κατοικούν στην Ασία». Ποτήρια και πορφύρα και άλλα τέτοια που πήρε από τους Πέρσες τα έστειλε στη μητέρα του εκτός από λίγα.

Ελεύθερη απόδοση Γιάννης Παπαθανασίου

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ