Η Δημιουργία του ΝΑΤΟ

Ιστορίες του παρελθόντος, μαθήματα για το μέλλον.

Ο Petr Lunak αξιολογεί το πρόσφατο βιβλίο του Lawrence Kaplan, που εξετάζει το πόσο διέφεραν οι τύχες του Συμφώνου της Βαρσοβίας και του ΝΑΤΟ – και γιατί.

Γιατί το ΝΑΤΟ δεν ακολούθησε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας στη σωρό των απορριμμάτων της ιστορίας μετά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου;

Οποιαδήποτε απάντηση πρέπει να αρχίσει με την απομυθοποίηση του παλαιού μύθου ότι το ΝΑΤΟ και ο Ανατολικός του αντίπαλος ήταν ο ένας εικόνα του άλλου στον καθρέπτη.

Το 1995 ο Σοβιετικός ηγέτης Nikita Khrushchev επέβαλε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας στην Ανατολική Ευρώπη ως μια υποτιθέμενη αντίδραση στην προσθήκη της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ. Αλλά, όπως δείχνουν στοιχεία από τα αρχεία που απελευθερώθηκαν-προσφάτως, ο πραγματικός στόχος από τη δημιουργία του Συμφώνου της Βαρσοβίας ήταν το ΝΑΤΟ. Η Μόσχα υπέθεσε ότι θα μπορούσε να ανταλλάξει το ΝΑΤΟ – το οποίο την εποχή εκείνη ήταν ένα πλήρως ανεπτυγμένος οργανισμός ασφαλείας – με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, το οποίο παρέμεινε ένα κούφιο κέλυφος μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Όταν τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης ξεφορτώθηκαν τελικά το σύστημα του Λένιν και το μπλοκ του Στάλιν, εκμεταλλεύτηκαν και την πρώτη ευκαιρία για να απαλλαγούν από την συμμαχία του Khrushchev. Πολλοί καταστροφολόγοι προέβλεψαν παρόμοια τύχη και για το ΝΑΤΟ, τώρα που στερήθηκε τον εχθρό του. Λογικό θα ήταν να σβήσει επίσης και το ΝΑΤΟ, χωρίς ένα κλαψούρισμα, εάν βεβαίως είχε επιβληθεί από τις ΗΠΑ πάνω στους Δυτικοευρωπαίους, που ήταν υποχρεωμένοι να το αποδεχθούν εξ αιτίας της Σοβιετικής στρατιωτικής και πολιτικής απειλής. Αλλά το ΝΑΤΟ δεν ήταν αυτό το πράγμα.

Όπως εξηγεί ο Lawrence Kaplan στο πρόσφατο βιβλίο του ‘NATO 1948: The Birth of the Transatlantic Alliance’ η ιδέα μιας περίπλοκης συμμαχίας με οποιοδήποτε Ευρωπαϊκό κράτος ήταν για τις Ηνωμένες Πολιτείες από τις αρχές του 19ου αιώνα ένα είδος αναθέματος. Η Αμερικανική συμπεριφορά προς την Δυτική Ευρώπη, που συνοψιζόταν στην λογική του Σχεδίου Μάρσαλ, ήταν ότι η Δυτική Ευρώπη έπρεπε πρώτα να αποδείξει ότι μπορούσε να μιλήσει με μια φωνή και με μια δράση με ομοφωνία. Η Αμερική θα μπορούσε να βοηθήσει – αλλά όχι απαραίτητα να συμμετάσχει – σε Ευρωπαϊκές διευθετήσεις που στόχευαν στο να σταθεί η Ευρώπη στα δύο της πόδια. Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, η πρωτοβουλία για το στήσιμο μιας δια-Ατλαντικής διευθέτησης ασφαλείας έπρεπε να έλθει πρώτα και κατά κύριο λόγο από την Ευρώπη.

«Ο Ιωσήφ Στάλιν επέτυχε ακριβώς το αντίθετο από εκείνο το οποίο ήλπιζε για αυτό ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Βέλγος Paul-Henri Spaak, είπε κάποτε χαριτολογώντας ότι το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να αναγείρει ένα άγαλμα στον Στάλιν».

Όπως αποδεικνύει επαρκώς ο Kaplan, στον Υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου Ernest Bevin πιστώνεται ότι κατάλαβε απόλυτα τις ευαισθησίες και τα όρια των ΗΠΑ. Μετά από την αποτυχημένη συνάντηση των Υπουργών Εξωτερικών με τους Σοβιετικούς στο Βερολίνο τον Δεκέμβριο του 1947, ο Bevin χρησιμοποίησε τα προσόντα του όχι μόνον για να κάνει κατορθωτό, αλλά επίσης και αναπόφευκτο, το να αναμειχθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες στις διευθετήσεις για την Ευρωπαϊκή ασφάλεια. Διφορούμενος, και ίσως ακόμα και αβέβαιος γύρω από την πραγματική κατεύθυνσή του, ο Bevin άρχισε να δελεάζει για το πόσο επιθυμητή θα ήταν «μια Δυτική πνευματική ένωση» που θα δημιουργείτο γύρω από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία και θα ήταν – μια ένωση που θα είχε δεσμούς ασφάλειας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά.

Οι πιθανότητες δεν ήταν καλές: παρ’ όλες κάποιες εξαιρέσεις, όπως αυτή του John Foster Dulles, η ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικάνους Γερουσία ήταν επιρρεπής στο κλίμα της απομόνωσης. Ο Υπουργός Εξωτερικών George C. Marshall δεν ήταν ενθουσιασμένος. Και ενώ σ’ ένα αριθμό από μεσαίου-επιπέδου αξιωματούχους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ άρεσε η ιδέα, οι δύο πνευματικοί γκουρού, οι Charles Bohlen και George Kennan, αντιτίθεντο. Ισχυριζόντουσαν ότι η ικανοποίηση των Βρετανικών επιθυμιών θα στρατιωτικοποιούσε αδικαιολόγητα τον Ψυχρό Πόλεμο, την στιγμή που ήταν περισσότερο πολιτική παρά στρατιωτική η πρόκληση που αντιμετώπιζε η Δύση. Ο Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών και ήρωας της «αντίστασης», Georges Bidault, συνεισέφερε στις προσπάθειες του Bevin. Αλλά έπρεπε να τα καταφέρει με τις κατηγορίες από την Κομμουνιστική αριστερά και την Γκωλική δεξιά ότι η εστίαση πάνω στην Σοβιετική πρόκληση ήταν αντίθετη προς το κύριο ενδιαφέρον της Γαλλίας: τη διασφάλιση ότι η Γερμανία δεν θα αποτελούσε ποτέ πια μια απειλή.

Για να κάνουν το αποφασιστικό βήμα οι ΗΠΑ χρειάστηκαν περαιτέρω εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη και η έντονη πολιτική δεινότητα του Προέδρου Τρούμαν.

Συλλογική επιθυμία για συλλογική ασφάλεια

Οι Δυτικευρωπαίοι έδειξαν τη θέληση να υπερασπιστούν εαυτούς από κοινού υπογράφοντας την Συνθήκη των Βρυξελλών για συλλογική άμυνα τον Μάρτιο του 1948, εν μέρει αντιδρώντας στην ανάληψη του ελέγχου από τους κομμουνιστές της Τσεχοσλοβακίας και την αυτοκτονία του Τσεχοσλοβάκου Υπουργού Εξωτερικών Jan Masaryk. Ο Τρούμαν αντέδρασε δηλώνοντας την υποστήριξη του σε αυτές τις Ευρωπαϊκές προσπάθειες.

Στην πραγματικότητα, το Λονδίνο είχε συλλάβει τη Συνθήκη των Βρυξελλών αποκλειστικά ως το όχημα για να καταστήσει δυνατή τη συμμετοχή των ΗΠΑ στις διευθετήσεις για την Ευρωπαϊκή ασφάλεια. Οι Βρετανοί πραγματικά αναρωτιόντουσαν γύρω από τις επιπτώσεις για τους ίδιους εάν κολλούσαν σε μια, μόνο Ευρωπαϊκή δομή, χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ευτυχώς για εκείνους, και άλλους, ένα ψήφισμα της Γερουσίας που υποστηρίχθηκε από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων Arthur Vandenberg, και γράφηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ , περιείχε μια πρόταση που υποστήριζε τη σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με τις διευθετήσεις συλλογικής ασφάλειας. Ήδη ολόκληρο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προσυπέγραψε την ιδέα μιας δια-Ατλαντικής Συμμαχίας.

Όλο αυτό συνέβαινε ενώ οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να εκβιάσουν την Δύση σε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Γερμανίας, κυρίως με το να επιβάλλουν αποκλεισμό στο Δυτικό Βερολίνο – εκτός από τον αέρα. Σήμερα γνωρίζομε ότι η απόφαση του Στάλιν να μην σταματήσει την αεροπορική πρόσβαση ήταν αντίθετη προς τις συστάσεις του Σοβιετικού στρατού. Ο Στάλιν, περιμένοντας ότι δεν θα ήταν σε θέση η Δύση να υποστηρίξει το Δυτικό Βερολίνο από αέρος, επέλεξε το να μην προκαλέσει μια στρατιωτική σύγκρουση.

«Η δημιουργία του NATO άλλαξε τη σαφήνεια της δέσμευσης των ΗΠΑ στην υπεράσπιση της Ευρώπης»

Όμως πέτυχε ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που ήλπιζε: το Βερολίνο όχι μόνον επιβίωσε, αλλά στρατιωτικοποιώντας τον Ψυχρό Πόλεμο, παρείχε άλλο ένα ακόμη επιχείρημα για τη δημιουργία μια διατλαντικής συμμαχίας για την ασφάλεια. Ο δεύτερος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Βέλγος Paul-Henri Spaak, είπε κάποτε χαριτολογώντας ότι το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να αναγείρει ένα άγαλμα στον Ιωσήφ Στάλιν. Ακόμη και σήμερα, κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: εάν ο Στάλιν δεν είχε υπερεκτιμήσεις τις δυνατότητες του στην Ανατολική Ευρώπη και το Βερολίνο, θα είχε αναδυθεί το ΝΑΤΟ όπως το γνωρίζουμε; Δυστυχώς, στο βιβλίο του Kaplan δεν βρίσκουμε μεγάλη ανάλυση της Σοβιετικής συμπεριφοράς και των λανθασμένων υπολογισμών που συνεισέφεραν στην δημιουργία της περίπλοκης συμμαχίας.

Μετά από την δήλωση Vandenberg, χρειάστηκε άλλος ένας χρόνος για να φθάσουμε στο κείμενο της Συνθήκης της Ουάσινγκτον. Ο Kaplan δείχνει ότι, ενώ η αρχική ώθηση για την δημιουργία μιας επίσημης διατλαντικής συμμαχίας προήλθε από τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί είναι κείνοι που αξίζουν τα εύσημα για τη δημιουργία μιας λειτουργούσας δομής. Εκείνοι ήταν που επέμεναν ότι η μελλοντική συμμαχία θα έπρεπε να περιλαμβάνει όχι μόνο τους πέντε συνυπογράφοντες τη Συνθήκη των Βρυξελλών (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Μπενελούξ) αλλά επίσης και άλλους (Νορβηγία, Ισλανδία, Πορτογαλία, Δανία) ως πλήρη λειτουργικά μέλη. Την ίδια στιγμή, το μαλάκωμα της τελευταίας στιγμής του Άρθρου 5 προκειμένου να γίνει το κείμενο ευπρόσδεκτο από την γερουσία αντικατόπτριζε μόνον τις εξελισσόμενες δυσκολίες στις ΗΠΑ πάνω στη διαμόρφωση μιας δεσμευτικής υποχρέωσης απέναντι τον Παλαιό Κόσμο.

Η δημιουργία του ΝΑΤΟ δεν επηρέασε αμέσως την στρατιωτική ισορροπία μεταξύ της Δύσης και της Ανατολής, η οποία απολάμβανε ακόμη ένα σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα επί του εδάφους. Αυτό που πράγματι άλλαξε ήταν η σαφήνεια της δέσμευσης των ΗΠΑ για την άμυνα της Ευρώπης. Η Σοβιετική συγκατάθεση προς την Βόρειο Κορέα για την επίθεση προς τη Νότιο Κορέα προερχόταν από την πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ δεν θα αναμιγνυόντουσαν σε μια σύγκρουση στην χερσόνησο της Κορέας. Όμως θα ήταν αδιανόητη η ιδέα του να παραμείνουν οι ΗΠΑ αδρανείς στην Ευρώπη, με μια επίσημη συμμαχία που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 1949.

Έτσι πάμε πίσω στην αρχική απορία. Γιατί, σε αντίθεση με τα κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ διατήρησαν τη συμμαχία τους; Απάντηση: γιατί δεν την είδαν ως ένα εργαλείο ξένης κυριαρχίας, αλλά μάλλον ως μια συμμαχία που επί 40 χρόνια ταίριαζε στις ανάγκες τους, και η οποία έκτοτε συνέχισε να το πράττει αυτό.

Αλλά θα ήταν εύκολο να υποστηρίξουμε ότι το υπερήφανο παρελθόν εγγυάται ένα λαμπρό μέλλον. Για να κρατηθεί το ΝΑΤΟ σχετικό, οι Σύμμαχοι έπρεπε να βάλουν ένα τέλος στις Βαλκανικές συγκρούσεις, να συνεισφέρουν στην μάχη εναντίον της τρομοκρατίας και να αναλάβουν την ISAF στο Αφγανιστάν μεταξύ άλλων πραγμάτων. Πρέπει να είναι έτοιμοι να συνεχίσουν τις επενδύσεις στις στρατιωτικές δυνατότητες και τις απαιτητικές επιχειρήσεις.

Δεν είναι εύκολη αποστολή. Αλλά δεν ήταν το ίδιο και η δημιουργία μιας συμμαχίας στα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Lawrence S. Kaplan: ‘NATO 1948: The Birth of the Transatlantic Alliance’, εκδόθηκε από τους Rowman and Littlefield, Νέα Υόρκη, 2007.

Ο Δρ Petr Lunak είναι αξιωματούχος για την πληροφόρηση υπεύθυνος για χώρες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η Τσεχική Δημοκρατία, η Ρωσία και η Μολδαβία στην Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Διπλωματίας στην έδρα του ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες.

nato.int

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ