Γιάννης Αηδονόπουλος Καλλιθεάτης Ποιητής

73

Αφιέρωμα στον ποιητή της αρθρογράφου Τασσώς Γαΐλα, στο περιοδικό Ατέχνως

<Ελάσσονα ποιητή του Μεσοπολέμου> όπως  ανθολόγησε ο Σωτήρης Τριβιζάς στο ομότιτλο  βιβλίο του/Καστανιώτης 2015, τον Γιάννη Αηδονόπουλο σημαντικό ποιητή Ποντιακής καταγωγής o οποίος γεννήθηκε το 1916 στην πόλη Αρχασόν της Ρωσίας. Ματωμένα χρόνια, εδάφη που ανήκαν στην Ρωσία από την εποχή του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1878 και μέχρι το 1918 τώρα και μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου περνούν στα χέρια των Τούρκων κι από το Καρς κι όλες τις γύρω περιοχές με Ποντιακό πληθυσμό καράβι σταλμένο από την Ελληνική Κυβέρνηση μεταφέρει στην Ελλάδα Πόντιους που ζούσαν εκεί. Ανάμεσα τους ο μικρός Γιάννης Αηδονόπουλος με τη μητέρα του που θα εγκατασταθούν στην  Καλλιθέα Αττικής όπως αναφέρουν οι λιγοστές βιογραφίες του. Όμως…

-<Το σπίτι τους στον προσφυγικό συνοικισμό ήταν στον μόνο ευθυγραμμισμένο δρόμο που έπιανε από την οδό Φιλαρέτου και κατέληγε έξω από τον φούρνο του Κοντεζά στην  οδό Σκοπευτηρίου. Οι θείοι του, οι θείοι ήταν δύο, δεν φαινόντουσαν ότι ανήκαν στην εργατική τάξη. Στον Πόντο, ίσως στη Ρωσία, φαίνεται ήταν ευκατάστατοι. Θυμάμαι τους δυο θείους, εγώ για μάνα του όπως γράφουν στα βιβλία, κ. Γαΐλα, δεν θυμάμαι τίποτα>.-Μαρτυρία Γρηγόρη Χαλκίδη Πόντιου πρόσφυγα από την Τραπεζούντα μόνιμου κατοίκου Καλλιθέας.

Και συνεχίζει ο Γρηγόρης Χαλκίδης.

-<Μου ζητάτε να σας πω δυο λόγια γι αυτήν την ευγενική φυσιογνωμία , που ήταν μαθητής του Γυμνασίου Καλλιθέας. Το σχολείο μας , το 4ο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας μαζί με το Γυμνάσιο στεγαζόντουσαν στο πρώην Σκοπευτήριο. Αυτό οικοδομήθηκε για τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τον έβλεπα κάθε μέρα. Σε όλα τα διαλείμματα διάβαζε. Πάντα στην δεξιά πλευρά της σκάλας που ανέβαζε στην είσοδο. Ποτέ δεν άκουσα τη φωνή του γιατί δεν μίλαγε σε κανέναν. Φίλοι του, συμμαθητές του ήταν τα βιβλία. Ύστερα από τόσα χρόνια μέμφομαι τον εαυτό μου γιατί –ίσως επειδή ήμουν αρκετά μικρότερος-, δεν πλησίασα να του μιλήσω. Θα με δεχόταν ευχαρίστως αφού και οι δυο μας ήμασταν από την ίδια χαμένη πατρίδα, από τα’ Άγια Χώματα του Πόντου’, όπως συνηθίζουν να λένε>.

Ο μικρός  Γιάννης μέλος πρώην εύπορης οικογένειας του Πόντου βιώνει την τραυματική εμπειρία της βίαιης αλλαγής στη ζωή του, νέα πατρίδα, προσφυγιά, ορφάνια, φτώχεια. Πίκρα, λύπη, μοναξιά και μόνη συντροφιά του τα βιβλία. Ο νεαρός έφηβος ,παιδί με ποιητικά οράματα, ο Γιάννης Αηδονόπουλος μετά τη αποφοίτηση του από το Γυμνάσιο Καλλιθέας σπουδάζει εργαζόμενος, τον συναντάμε να παίζει φλάουτο σε νυχτερινά  κέντρα για το μεροκάματο, ενώ στην ηλικία μόλις  των 22 χρόνων θα εκδώσει το πρώτο του βιβλίο , την ποιητική συλλογή <Ειδύλλια>-1938. Μελαγχολικοί, λυρικοί στίχοι ποίηση στην οποία ο νεαρός ποιητής διοχετεύει όλη του τη ευαισθησία, διάχυτη μουσικότητα, προχωρημένη τεχνοτροπία…

…Πλανιέμαι… Όσο θα ζω, το πεπρωμένο

σε ίχνη, χαμένα πάντα, μ’ οδηγεί.

μα όταν το βήμα μου άθελα θα βγει

στη μεθυσμένη ακτή που περιμένω,

κι όταν το καλωσόρισμα απ’ το γλάρο

γίνει πάνω στους ώμος μου φτερό,

θα γονατίσω μέσα στον αφρό,

το κογχύλι στα χέρια μου να πάρω.

Κι η μοναξιά μου, που είναι ο θάνατός μου

κι έχει ίσκιος μου για πάντοτε οριστεί,

σαν έκθαμβο παιδί θ’ αφουγκραστεί,

μεσ’ από αυτό, τη συμφωνία του κόσμου.

{Η Φωνή. Γ.Α. απόσπασμα}.

Η ενασχόληση του με τα πολιτικά δρώμενα της περιόδου λίγο πριν την κατοχή και οι αριστερές αντιλήψεις του που τον κάνουν να κινείται σε πνευματικά στέκια άκρως επικίνδυνα για τις τότε κρατούσες αρχές έχουν σαν αποτέλεσμα ο ποιητής να υποστεί αρκετές ταλαιπωρίες από το καθεστώς Μεταξά. Παρόλα αυτά, το 1939 κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του, τη μελέτη: <Δύο Ρώσοι Ρομαντικοί(Πούσκιν & Λέρμοντωφ), με επιλογή ποιημάτων τους σε δική του μετάφραση. Συγχρόνως δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του σε διάφορα έντυπα των Αθηνών ενώ ήδη από το 1935 και για μικρό χρονικό διάστημα εξέδιδε το λογοτεχνικό περιοδικό ΑΡΓΩ. Ασχολήθηκε με την κριτική για μουσική και κινηματογράφο.

<Ο Αηδονόπουλος πολέμησε στην Αλβανία. Και, γνωρίζω πως οι κακουχίες του πολέμου του κλόνισαν την υγεία…>. Γρ. Χαλκίδης.

ΤΟ Μόρι

Άγριο βουνό, ταφόπετρα βαριά

των γαλανών ονείρων της Αθήνας,

κράτησε το μαστίγι του βοριά

κι άσε να δούμε την καλοκαιριά,

που κόμισε ο ανοιξιάτικος ο μήνας…

Η φλόγα της καρδιάς μας δεν μπορεί

τη σκυθρωπή μορφή σου να φωτίσει;

Δεν εκουράστηκες απ’ το βαρύ

φόρτωμα του χιονιού, που καρτερεί

μέρα τη μέρα να σε γονατίσει;

Τα’ άστρα τάχουμε εμείς τα’ αληθινά

που λείπουν απ’ την καταχνιά σου απόψε…

Παράτησε τα σκοτεινά βουνά,

Pήγα της χειμωνιάς και ταπεινά

λουλούδια απ’ την καρδιά μας μέσα κόψε!…

Δείξε μας λίγη αγάπη και προτού

χαθείς, μες στα όνειρα μας τα χαμένα,

στα χώματα ενός τόπου αγαπητού,

θα πούμε  στα λαγκάδια του Υμηττού,

πως έχει ένα αδελφό καλό στα ξένα…

                                        Γ.Αηδονόπουλος.

Το Μόρι άγριο βουνό της Βορείου Ηπείρου όπου ο Γιάννης Αηδονόπουλος υπηρέτησε στον πόλεμο του ’40, ως ημιονηγός. Από τη γενέτειρα του στα άγρια βουνά του Πόντου και τον Καύκασο εκεί που πληγώθηκε για πρώτη φορά η ευαίσθητη ψυχή του στην παιδική-τρυφερή ηλικία του, τώρα την ευαισθησία του νεαρού ποιητή πληγώνουν τα άγρια βουνά της Ηπείρου…

Επιστροφή από το Αλβανικό μέτωπο στα προσφυγικά της Καλλιθέας όπου και μια ζωή με στερήσεις τον περιμένει και πάλι. Μοναξιά, ανέχεια, δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, κι ο αξιοπρεπής, περήφανος νεαρός ποιητής το 1943 και παρά τις αντίξοες συνθήκες εκδίδει το τρίτο και τελευταίο της εργογραφίας του βιβλίο. <Ο έβδομος ουρανός>,1943, σειρά διηγημάτων.

Παράπονο γεμάτη η καρδιά του νεαρού πρόσφυγα από τα παιδικά χρόνια, μόνιμα μελαγχολικά τα μάτια του, σπουδές παράλληλα με σκληρή δουλειά, αναμονή, πανικός για τον έρωτα που αργοπορεί, ποίηση γεμάτη θλίψη, ελεγειακή ατμόσφαιρα…

Μόνο για την αγάπη.

Μόνο για την Αγάπη ας προσπεράσω

κι αυτή τη δύσκολη μου ανηφοριά

κι ας προσπαθήσω να χαμογελάσω

σαν το λουλούδι στην καλοκαιριά…

Μόνο για την Αγάπη, ίσως αξίζει

την πρώιμη μοναξιά μου ν’ αρνηθώ

πριν, όπως το νερό που πλημμυρίζει,

με παρασύρει μέσα στο βυθό.

                                     Γ.Αηδονόπουλος.

Ο ταλαντούχος λυρικός ποιητής Γιάννης Αηδονόπουλος απεβίωσε τον Νοέμβριο του 1944 στον προσφυγικό συνοικισμό της Καλλιθέας από τις κακουχίες της κατοχής- ανέχεια, και στερήσεις- σε ηλικία μόλις των 28 χρόνων.

Αθήνα  1944: Ο θάνατος ενός φτωχού άσημου ιδεολόγου ποιητή ταλέντου χαρισματικού πού είχε να προσφέρει πολλά στην Νεοελληνική Γραμματεία λίγο πριν το τέλος του Β παγκ. Πολέμου στην κατεχόμενη Αθήνα… Γεγονός ελάσσονος σημασίας…

Προικισμένη λυρική πέννα που το μικρό του διαστήματος της πορείας της ζωής του ποιητή σταμάτησε μια λαμπρή πορεία στα ελληνικά γράμματα…

Ο Γιάννης Αηδονόπουλος άφησε πολύ αδημοσίευτο έργο, πολλά ποιήματα και δυο πεζά που την κυκλοφορία τους σταμάτησε ο πρόωρος κι άδικος χαμός του. Πρόκειται για τα πεζά: Ο άνθρωπος της ζωής μου( τοποθετημένο στην περίοδο της Κατοχής) και το Η ξένη πατρίδα(με αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια που έζησε στη Ρωσία).

Υποψία

Σαν ξαφνικό φτερούγισμα περιστεριού

την υποψία κάποιας αγάπης ατενίζω

στην άκρη του κλεισμένου μου παραθυριού,

μέσα στο βράδυ το μοναχικό κι γκρίζο.

Χρόνια δεν τρέμισε ένα αγέρι δροσερό

στις φυλλωσιές που ακινητούν ολόγυρά μου

και δεν τρικύμισε μια πέτρα το νερό                                                                         

όπου ρεμβάζει, όμοια με κύκνο, η μοναξιά μου.

Χρόνια δεν άπλωσε ένα χέρι να μου πει

πως έχω ρόδα στη ψυχή και θα τα κόψει

και δεν καθρέφτιζε η νυχτερινή αστραπή

την ομορφιά της στη ρυτιδωμένη μου όψη.

Μ’ απόψε μια φωνή που φτάνει από μακριά

και ταξιδεύει με το φως και με τα’ αγέρι

μου λέει πως πάντα υπάρχει μια αλλαξοκαιριά

το πεπρωμένο φτάνει μόνο να τη φέρει.

Φτάνει μονάχα οι μοναχοί βηματισμοί

ν’ ανταμωθούνε στο πολύβουο σταυροδρόμι

κι είναι η φωνή τόσο γλυκειά που λέω ας μη

τη μαργαρίτα που κρατώ μαδήσω ακόμη…

                                     Γιάννης Αηδονόπουλος

                                           Ποιητής

Βοηθήματα: Εγκ. Ποντιακού Ελληνισμού/Μαλλιάρης-Παιδεία,τ.1.

Εγκ. Δομή/τ.1ος

Γρηγόρης Χαλκίδης, ποντιακής καταγωγής, κάτοικος Καλλιθέας.

Μεγάλη Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως Μιχάλη Περάνθη/ Ελληνικά

Γράμματα./1979.

Τασσώ Γαΐλα

 

1.Αθήνα λίγο μετά την Γερμανική Κατοχή/ Προσφυγικός συνοικισμός

  1. Αθήνα του Μεσοπολέμου/Δεξαμενή, Λυκαβηττός.
  2. ποιητής Γιάννης Αηδονόπουλος
  3. εξώφυλλο βιβλίου του.
  4. Σκίτσο ’40.

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ