Αυτή η προτομή στην πλατεία Αγίας Ελεούσης σε ποιόν ανήκει;

67

O Φρεντερίκ Μιστράλ (φιλέλληνας, βραβείο Νόμπελ
Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη / ας πιούμε ξέχειλη τη δόξα, παλικάρια. / Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, / θεία είν’ η δάφνη!
Μια φορά κανείς πεθαίνει.
Ο Ελληνικός Ύμνος (ποίημά του)

Γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της κοιλάδας του Ροδανού στην Νότια Γαλλία (1830-1914) από εύπορη αγροτική οικογένεια. Σπούδασε στο Βασιλικό Κολλέγιο της Αβινιόν, όπου μελέτησε Όμηρο και Βιργίλιο, και το 1851 έλαβε το πτυχίο της Νομικής από το Πανεπιστήμιο της Αιξ-Αν-Προβάνς. Μολονότι είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα όντας ακόμα μαθητής και είχε από τότε εκδηλώσει την πρόθεσή του να γίνει ποιητής, δημοσίευσε την πρώτη συλλογή του το 1852 ακολουθώντας την επιθυμία του πατέρα του να ολοκληρώσει πρώτα τις σπουδές του. Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε στην μητρική του γλώσσα, την προβηγκιακή – οξιτανική όπως είναι γνωστή – και το 1854 μαζί με άλλους 6 νέους ποιητές ίδρυσε τον λογοτεχνικό και πολιτιστικό σύνδεσμο Félibrige που είχε σκοπό την διατήρηση της γλώσσας και των εθίμων της Προβηγκίας. Σκοπός στον οποίο δόθηκε ολόψυχα ο Μιστράλ, και που γι αυτόν προσέφερε ένα σημαντικό έργο εικοσαετούς εργασίας του, το δίτομο λεξικό, όπως και τα χρήματα του βραβείου Νόμπελ που τα χρησιμοποίησε για την ίδρυση ενός εθνογραφικού προβηγκιανού μουσείου στην Αρλ. Γνωστός για τα φιλελληνικά του αισθήματα, έτρεφε αγάπη και απεριόριστο θαυμασμό για την χώρα μας, που τον αποτύπωσε στο ποίημά του 
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια λάμπει,
και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν.
Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι
στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του!

Πανίερη Αθηνά, τίναξε το πουλί σου
στ’ αμπέλια μας απάνου τα σαρακωμένα.
Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

Αγάλια αγάλια αποχρυσώνεται το κύμα,
να η άνοιξη γυρίζει, μα στα κορφοβούνια
του Προμηθέα τα σπλάχνα σκίζοντας ένα όρνιο
μεγάλο, ασάλευτο ξανοίγεται μακριάθε’
για να διώξεις το μαύρο γύπα που σε τρώει,
αρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, το καράβι.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

Τ’ ανάκρασμα τ’ ακούτε της αρχαίας Πυθίας:
«Νίκη στων ημιθέων τ’ αγγόνια!» Από την ‘Ιδη
ως στης Νικαίας τ’ ακρογιάλια ξανανθίζουν
αιώνιες οι ελιές. Με τ’ άρματα στα χέρια
εμπρός! Τα ύψη των βουνών ας τ’ ανεβούμε,
τους σαλαμίνικους αντίλαλους ξυπνώντας!

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.
Κι έλα, ετοιμάστε τα λευκά φορέματά σας,
αρραβωνιαστικές, για να στεφανωθείτε
στο γυρισμό τους ακριβούς σας’ μέσ’ στο λόγγο
γι’ αυτούς που σας γλιτώσανε κόφτε τη δάφνη.

Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη,
ας πιούμε ξέχειλη τη δόξα, παλικάρια.
Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

‘Ο,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνει, αδέρφια!
Στων πυρωμένων τούτων βράχων τη λαμπράδα
με σάρκα θεία μπόρεσ’ ο άνθρωπος να ντύσει
το φωτερότερο κι απ’ όλα τα όνειρά του.

Κι η χριστιανή ψυχή βουβή εκεί πέρα θα είναι;
Κι εμείς ενός κορμού ξερόκλαδα εκεί πέρα;
Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,
θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ