Ας προσέξουν οι αιρετοί της Καλλιθέας το Πόθεν Εσχες 2017

90

ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Στην ιστοσελίδα του Δήμου, Πόθεν Έσχες Αιρετών – Δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης διαβάζουμε:

“Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 παρ.4 του Ν.3852/2010, ο Δήμαρχος, ο Αντιδήμαρχος και τα μέλη της Οικονομικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν την ετήσια δήλωση για την περιουσιακή τους κατάσταση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και να τη δημοσιοποιούν με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του δήμου”.

 Η ανάρτηση είναι παντελώς λανθασμένη (πιστεύουμε όχι σκόπιμα) και αυτό μας υποχρεώνει σε μία μικρή ενημέρωση προς τους αιρετούς και μη.

 ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΙΝΑΙ:

 Οι Δήμαρχοι, οι Αντιδήμαρχοι, οι Πρόεδροι και τα μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, των επιτροπών των Δήμων, οι Πρόεδροι και τα μέλη, των δημοτικών συμβουλίων, οι Πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και οι Γενικοί Διευθυντές των δημοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των αμιγών ή μεικτών δημοτικών επιχειρήσεων των ανωτέρω Ο.Τ.Α. και των συνδέσμων δήμων, καθώς και οι προϊστάμενοι των γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των Δήμων.

 Η προθεσμία υποβολής Οικ. Κατάστασης του έτους 2016 και των Δηλώσεων Οικονομικών Συμφερόντων άρχιζε την 15η Οκτωβρίου 2017 και ευτυχώς έχει δοθεί παράταση έως 30-6-2017, οπότε ας σπεύσουν όσοι δεν ενημερώθηκαν σωστά. Καλό θα ήταν να συμβουλευτούν κάποιο λογιστικό γραφείο γιατί τα πράγματα έχουν γίνει πολύπλοκα, ο έλεγχος βέβαιος και οι ποινές βαριές.

Υπάρχει όμως και η κατηγορία όπου ο  υπόχρεος υποβάλλει αρχική δήλωση περιουσιακής κατάστασης μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες, από την ημερομηνία απόκτησης, ιδιότητας που τον καθιστά υπόχρεο. Διευκρινίζεται ότι αποτελεί δήλωση αρχικού διορισμού και όχι την πρώτη δήλωση περιουσιακής κατάστασης.

Μία Τρίτη περίπτωση είναι ο υπόχρεος να υποβάλλει δήλωση μετά την απώλεια της ιδιότητάς του. Η υποχρέωση υποβολής της ΔΠΚ για ένα (1) έτος μετά την απώλεια της ιδιότητας του υπόχρεου αφορά στο αμέσως επόμενο ημερολογιακό έτος, από το έτος απώλειας αυτής.

Οι υπόχρεοι πρέπει αφού υποβάλουν την ετήσια δήλωση για την περιουσιακή τους κατάσταση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία στη συνέχεια να την δημοσιοποιούν με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Δήμου.

Προσοχή γιατί θα γίνει έλεγχος σε όλες τις δηλώσεις με το νέο ισχύον καθεστώς.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Εκτός από τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης, οι υπόχρεοι θα πρέπει να προβούν και στη δήλωση οικονομικών συμφερόντων. Σε αυτή θα περιλαμβάνονται οι επαγγελματικές δραστηριότητες του υπόχρεου και του/της συζύγου, η συμμετοχή στη διοίκηση πάσης φύσεως νομικών προσώπων και εταιρειών, οποιαδήποτε αμειβόμενη τακτική δραστηριότητα που αναλαμβάνουν παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων τους εάν η συνολική αμοιβή υπερβαίνει τα 5.000 ΕΥΡΩ ανά ημερολογιακό έτος, καθώς και οποιαδήποτε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που προκάλεσαν άμεση ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τα καθήκοντά τους

Συνέπειες σε μη συμμόρφωση

 Τι συμβαίνει όμως τελικά σε περίπτωση κατά την οποία το δημόσιο εντοπίσει φορολογούμενο ο οποίος ενώ ήταν υπόχρεος, δεν υπέβαλλε Δήλωση Πόθεν Έσχες;

Εφόσον ο φορολογούμενος διαπιστωθεί σε οποιονδήποτε έλεγχο, ότι δεν υπέβαλλε, ως όφειλε, δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης, θα κληθεί να την υποβάλλει εκπρόθεσμα και να εξηγήσει γραπτώς τους λόγους μη υποβολής τους. Παράλληλα, εκδίδεται εισαγγελική παραγγελία για διενέργεια ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπήρξε προσαύξηση περιουσίας του ελεγχόμενου η οποία και δεν συμπεριλήφθηκε σκοπίμως στην δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης.  Ο συνηθέστερες τρόπος ελέγχου των περιπτώσεων αυτών είναι ο έλεγχος με άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών του υπόχρεου από την 1/1/2009 ή την 1/1/2000 σε ορισμένες περιπτώσεις.

Στα πλαίσια των ελέγχων με άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, οι φορολογικές αρχές ζητούν από όλες τις ελληνικές τράπεζες και τις χρηματιστηριακές εταιρείες ανάλυση των κινήσεων λογαριασμών και χαρτοφυλακίων στους οποίους ο ελεγχόμενος υπήρξε δικαιούχος ή συνδικαιούχος κατά την ελεγχόμενη περίοδο, απομονώνοντας και εξετάζοντας την προέλευση κάθε ποσού που εισέρευσε στους τραπεζικούς λογαριασμούς και τον τρόπο απόκτησης τίτλων όπως μετοχές, ομόλογα κλπ από τον φορολογούμενο.

Σε αντίθεση με άλλους φορολογικούς ελέγχους οι οποίοι συγκρίνουν τα δηλωθέντα εισοδήματα του ελεγχόμενου και τις αποκτήσεις περιουσιακών στοιχείων σε βάθος χρόνου, την γνωστή «ανάλωση κεφαλαίου», κατά το άνοιγμα λογαριασμών ο ελεγχόμενος καλείται να αποδείξει με αμάχητα επιχειρήματα την προέλευση παραδείγματος χάριν των € 400 που κατατέθηκαν στον λογαριασμό του στις 5 Αυγούστου 2003, ή από ποιον λογαριασμό του και πότε «σήκωσε» 4.000 ευρώ για να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο το 2006, καθώς γενικές επικλήσεις στην διατήρηση μετρητών «στο στρώμα» για λίγες εβδομάδες ή μερικούς μήνες σπανίως γίνονται δεκτές.

Σε περίπτωση που ο ελεγχόμενος δεν μπορέσει να αποδείξει την προέλευση των χρημάτων που βρέθηκαν κατατεθειμένα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, είτε επειδή δεν έχει κρατήσει αντίγραφα παραστατικών στο αρχείο του μετά από 16 χρόνια αφού δεν είχε καμία τέτοια υποχρέωση από τον Νόμο, είτε επειδή τα στοιχεία που προσκόμισε δεν κρίθηκαν επαρκή και ισχυρά, η συνολική επιβάρυνση που θα του επιβληθεί μπορεί να φτάσει έως και το 85% του ποσού που δεν μπόρεσε να αιτιολογήσει.

Για όσους θεωρούν ότι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα σε περίπτωση διενέργειας τέτοιου ελέγχου στο όνομά τους, έλεγχος ο οποίος διαρκεί κατά μέσο όρο 1,5-2 χρόνια και μπορεί να οδηγήσει στο άνοιγμα λογαριασμών και άλλων συγγενικών προσώπων με τα οποία ο ελεγχόμενος είχε κοινούς λογαριασμούς, να αναφέρουμε ότι πρόσφατα δεν έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί φορολογούμενου για € 1.700 το 2005 που κατέθεσε ο κουμπάρος του για την κάλυψη εξόδων που πλήρωσε ο πρώτος για λογαριασμό του δεύτερου κατά την διάρκεια κοινών τους διακοπών, ή σε άλλη υπόθεση για € 2.800 που κατέθεσε ο ιδιοκτήτης σπιτιού που μίσθωνε ο ελεγχόμενος ως επιστροφή εγγύησης, παρότι η κατάθεσης, το όνομα του καταθέτη και το ποσό συμφωνούσαν με το σχετικό συμφωνητικό λύσης της μίσθωσης. Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η φορολόγηση κοινού λογαριασμού ενός ζευγαριού τον οποίο χρησιμοποίησε ως «λίστα γάμου», δεδομένου ότι δεν είχε αποδοθεί φόρος δωρεάς 40% από τους καλεσμένους. Το πρόστιμο που επιβλήθηκε στο ζευγάρι άγγιζε το 90% του ποσού που είχαν λάβει.

Η φορολογική αρχή, αφού ολοκληρώσει τον έλεγχο από πλευράς της, συγκεντρώνει τις «αδικαιολόγητες» πιστώσεις ανά φορολογικό έτος και θεωρεί ότι αυτές αποτελούν μη δηλωθέν εισόδημα για το έτος στο οποίο ανάγονται. Στην συνέχεια προβαίνει σε εκ νέου εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για τα έτη αυτά και επιβάλλει φόρο ανάλογα με τις τότε ισχύουσες φορολογικές κλίμακες, πλέον προσαυξήσεων οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και το 120% της διαφοράς φόρου.

Ο φορολογούμενος μπορεί να προσφύγει κατά της απόφασης των φορολογικών αρχών στην εσωτερική Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών του Υπουργείου Οικονομικών και, σε περίπτωση που δεν τον δικαιώσει η απόφασή της, να απευθυνθεί στα Διοικητικά Δικαστήρια, ενώ πρώτα θα έχει καταβάλλει κατά κανόνα τουλάχιστον το 50% των προστίμων.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του φορολογικού ελέγχου, και εφόσον προκύπτει φοροδιαφυγή τότε οι ελεγκτικές αρχές θα υποβάλλουν μηνυτήρια αναφορά προς τις εισαγγελικές αρχές για την τέλεση εγκλήματος φοροδιαφυγής και επιπρόσθετα για την νομιμοποίηση παράνομων εσόδων («ξέπλυμα μαύρου χρήματος»), σε κάθε περίπτωση αναλόγως του έτους που διαπράχθηκε η παράβαση, του ύψους της φοροδιαφυγής και του είδους του φόρου που αποκρύφτηκε (ΦΠΑ, εισόδημα κλπ).

Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι εφόσον προκύψει το αδίκημα της φοροδιαφυγής κατά τον αρχικό έλεγχο, τότε σχεδόν αυτόματα η μη υποβολή της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης θα θεωρηθεί ενέργεια που έγινε με δόλο και όχι από αμέλεια.  Στην περίπτωση αυτή λοιπόν πέραν των κακουργηματικών πράξεων της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων προκύπτουν και κακουργηματικές πράξεις λόγω της μη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης.

Εκτός του οικονομικού ή ποινικού σκέλους του φορολογικού ελέγχου, στην περίπτωση που διαπιστωθεί δόλος κατά την παράλειψη υποβολής δήλωσης, ο υπόχρεος βαρύνεται πρόσθετα με μια σειρά κυρώσεων και προστίμων τα οποία διαμορφώνονται ως εξής:

* Σε περίπτωση που η δήλωση υποβάλλεται μετά την πάροδο της προθεσμίας που έχει ορισθεί στις 90 μέρες από την απόκτηση της ιδιότητας, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 150 ευρώ έως τετρακόσια (400) ευρώ, το οποίο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Σε περίπτωση υποβολής της δήλωσης μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας ο υπόχρεος τιμωρείται με χρηματική ποινή έως 100 000 ΕΥΡΩ.

* Με την ανωτέρω ποινή των 100.000 ΕΥΡΩ τιμωρείται και όποιος δεν υποβάλλει καθόλου δήλωση ή υποβάλει ελλιπή ή ανειλικρινή δήλωση. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος τελεί το αδίκημα με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου που απέκτησε επωφελούμενος της ιδιότητας του, τιμωρείται με φυλάκισή τουλάχιστον 2 ετών και με χρηματική ποινή από 10.000 ευρώ έως 100.000 ευρώ, μπορεί όμως το Δικαστήριο να αφήσει τον κατηγορούμενο και ατιμώρητο, εκτιμώντας όλες τις συνθήκες. Η πράξη συνιστά κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη, από 5 έως 10 έτη και χρηματική ποινή, από 20.000 έως 1.000.000 ευρώ, εφόσον η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης-μη δηλωθείσας περιουσίας, υπερβαίνει το όριο των 300.000 ευρώ.

* Χρηματική ποινή επιβάλλεται σε περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη αμέλειας.

Επιβάλλεται επίσης και αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, από 1 έως 5 χρόνια, αν η ποινή είναι φυλάκιση και από 2 έως 10, αν είναι κάθειρξη, ενώ σε περίπτωση (αμετάκλητης) καταδίκης, ο υπαίτιος εκπίπτει αυτοδικαίως, από το δημόσιο αξίωμα ή θέση, που κατείχε.

Προβλέπεται η δήμευση, όχι μόνον των μη δηλωθέντων περιουσιακών στοιχείων, αλλά και των τυχόν ωφελημάτων από αυτά (π.χ ενοίκια), αλλά και αν ακόμα αυτά δεν υπάρχουν πια, μπορεί να επιβληθεί δήμευση ίσης αξίας άλλων περιουσιακών στοιχείων του καταδικασθέντος. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονταιτης αξίας των υποκείμενων σε δήμευση.

Εάν ο φορολογούμενος εντοπίσει ότι ήταν υπόχρεος υποβολής δήλωσης και δεν έχει υποβάλλει και δεν έχει λάβει κλήτευση ελέγχου από κάποια δημόσια αρχή, προς μια προσπάθεια αποφυγής των ανωτέρω, μπορεί οικειοθελώς να καταθέσει τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των παρελθόντων ετών χειρόγραφα και προς το παρόν χωρίς κανένα πρόστιμο.

Επομένως, θα πρέπει να εξετάζεται ενδελεχώς κάθε φορά από το τυχόν υπόχρεο πρόσωπο αν εμπίπτει στις διατάξεις του πόθεν έσχες, ειδικά όταν για πρώτη φορά αναλαμβάνει κάποιο αξίωμα το οποίο περιλαμβάνεται σε αυτά που τον καθιστούν υπόχρεο ώστε να αποφεύγονται στο μέλλον δυσάρεστες περιπέτειες με τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ