Αντιγόνη…

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΤΕΣ

Από την Ελληνική Μυθολογία
Αντιγόνη

Τον πιο  τραγικό μύθο της αρχαίας Ελλάδας θα γνωρίσετε αν «ξεφυλλίσετε» δύο βιβλία του μεγάλου αρχαίου μας τραγικού ποιητή Σοφοκλή. Ο μύθος είναι η «Αντιγόνη», και τα βιβλία είναι: «Οιδίπους Τύραννος» και «Αντιγόνη».

Ελάτε να ξεφυλλίσουμε μαζί τις σελίδες τους….

Στη Θήβα, την μεγάλη και πλούσια πόλη της αρχαίας Ελλάδας μετά τον θρυλικό βασιλιά Κάδμο, στο θρόνο ανέβηκε ο Λάιος. Γυναίκα του βασιλιά Λάιου ήτανε η ωραία Ιοκάστη. Το ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένο, χωρίς να ξέρει πως η θεά Ήρα  μισούσε αφάνταστα τον Λάιο και είχε αποφασίσει να καταστρέψει όχι μόνο τον Λάιο και την Ιοκάστη, αλλά να εξαφανίσει από προσώπου γης ολόκληρη τη Θήβα. Ποιος ο λόγος για τόσο πολύ μίσος – Να, τι μας λέει ο ποιητής Σοφοκλής στο βιβλίο του «Οιδίπους Τύραννος» :

Ο Λάιος είχε γίνει, άθελά του, αιτία να σκοτωθεί ο μικρός Χρύσιππος, γιός της βασιλιάς της Πίσσας, Πέλοπα. Ο Πέλοπας, ήτανε προστατευόμενος της θεάς Ήρας που ορκίσθηκε να εκδικηθεί τον φόνο του Χρύσιππου. Καταράστηκε, λοιπόν, τον Λάιο να βρει το θάνατο από το ίδιο του το παιδί, καταράστηκε και την Ιοκάστη και τον λαό της Θήβας που πίστευε ότι ζούσε με πολλές αμαρτίες. Περίμενε η Ήρα, περίμενε και η ευκαιρία για εκδίκηση έφτασε, όταν η Ιοκάστη γέννησε ένα όμορφο αγοράκι.

Σηκώθηκε ο Λάιος από την Θήβα και πήγε στους Δελφούς, στο Μαντείο, για να ρωτήσει την Πυθία και να μάθει ποιο θα ήταν το μέλλον του παιδιού.

– «Βασιλιά της Θήβας, Λάιε, το παιδί αυτό μια μέρα θα σε σκοτώσει, θα σου πάρει τον θρόνο, θα παντρευτεί την γυναίκα σου, θα αποκτήσουν παιδιά και πάνω τους και πάνω στην Θήβα θα πέσει μεγάλη κατάρα», ήταν ο χρησμός της Πυθίας.

Τόσο πολύ τρόμαξε ο Λάιος από τα λόγια της Πυθίας που μόλις γύρισε στο παλάτι του στη Θήβα, τα είπε όλα στην Ιοκάστη και μαζί αποφασίσανε να σκοτώσουν το μωρό για να μη βγουν αληθινά τα λόγια της Πυθίας. Έτσι, δέσανε τα ποδαράκια του μωρού με αλυσίδες και ο Λάιος το έδωσε σε έναν βοσκό να το πάει στο δάσος να το σκοτώσει. Ο βοσκός, λυπήθηκε το μωρό. Δεν το σκότωσε. Το άφησε κάτω από ένα δένδρο και έφυγε. Το μωρό άρχισε να κλαίει. Το κλάμα του άκουσε ο βασιλιάς της Κορίνθου που περνούσε από εκεί με τον στρατό του, λυπήθηκε το μωρό και το πήρε μαζί του στην Κόρινθο. Τον βασιλιά, τον έλεγαν Πόλυβο και με την βασίλισσα γυναίκα του, αποφάσισαν να το μεγαλώσουν σαν δικό τους παιδί, γιατί παιδιά δεν είχανε. Τον βγάλανε, τον μικρό γιό τους, Οιδίποδα επειδή τα ποδαράκια του ήτανε πρησμένα από τις αλυσίδες που του είχε βάλει ο Λάιος.

Μεγάλωσε ευτυχισμένος ο Οιδίποδας στο παλάτι της Κορίνθου, μόνο που οι αγαπημένοι του γονείς δεν του είπανε ποτέ πως ήτανε θετός τους γιός κι όχι πραγματικός! Έτσι, όταν μια μέρα πήγε στο Μαντείο των Δελφών για να του πει η Πυθία το μέλλον του, την άκουσε να του λέει:

– «Εσένα νέε μου σε περιμένουν μεγάλα δράματα. Θα σκοτώσεις τον πατέρα σου, θα του πάρεις τον θρόνο και θα παντρευτείς την μητέρα σου. Το τέλος που θα έχετε όλοι σας, εσύ, η γυναίκα σου και τα απιδιά σας θα είναι τραγικό».

Τρομερός ο χρησμός της Πυθίας, θόλωσε το μυαλό του νεαρού Οιδίποδα από φόβο. Μα πως ήτανε δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Τον αγαπημένο του πατέρα Πόλυβο θα σκότωνε; Θα παντρευόταν την ηλικιωμένη μητέρα του;

– «Όχι, δεν θα ξαναγυρίσω στην Κόρινθο. Όσο κι αν πονώ που δεν θα ξαναδώ τους γονείς μου, πρέπει να φύγω μακριά, όσο πιο μακριά μπορώ, να μην γυρίσω πίσω ποτέ, να μην τους κάνω κακό».

Περπατούσε, περπατούσε μερόνυχτα ο Οιδίποδας σε αντίθετη από την Κόρινθο κατεύθυνση. Πήρε τον δρόμο προς την …. Θήβα. Εκεί που ζούσε ο πραγματικός του πατέρας. Είχε έρθει η ώρα να πάρει η Ήρα την εκδίκησή της.

Που να το ξέρει ο άτυχος Οιδίποδας, – όπως δεν ήξερε, μετά από λίγες μέρες, πως ο γέρος που σκότωσε σε έναν καυγά, έξω από τα τείχη της Θήβας, ήταν ο πατέρας του, ο βασιλιάς Λάιος.

Ανύποπτος για την τραγωδία ο νεαρός Οιδίποδας, γύριζε έξω από τα τείχη της ωραίας Θήβας και κάποια στιγμή αποφάσισε να μπει πια στην πόλη. Μα, πώς να μπει, που σε ένα βράχο καθόντανε η Σφίγγα και φύλαγε το πέρασμα για την πόλη; Σφίγγα σημαίνει: «αυτή που πνίγει» και ήτανε ένα τέρας με σκυλίσια πόδια και γυναικείο κεφάλι. Φυσικά, όπως καταλαβαίνετε, την είχε φέρει στη Θήβα η Ήρα για να εκδικηθεί τους Θηβαίους. Την είχε φέρει από την μακρινή Αίγυπτο. Πόδια σκυλίσια, κοφτερά νύχια, φτερά στην πλάτη, κοριτσίστικο πρόσωπο. Καθόντανε στο βράχο η Σφίγγα κι όποιος δύστυχος διαβάτης περνούσε από κοντά της, τον σταματούσε και του ζητούσε να λύσει ένα αίνιγμα.

Διαβάστε το:

– «Υπάρχει στη γη ένα πλάσμα με τέσσερα πόδια, ένα με δύο πόδια και ένα με τρία κι έχουν το ίδιο όνομα. Κι όσο πιο πολλά πόδια έχει αυτό το πλάσμα, τόσο και πιο δύσκολα τρέχει. Κι είναι το μόνο που αλλάζει μορφή απ’ όλα τα πλάσματα που ζουν στη γη. Ποιο είναι;

Κανείς δεν έλυσε το αίνιγμα, πολλοί οι Θηβαίοι που το τέρας, η Σφίγγα, κατασπάραξε με τα νύχια της, τόσους που ο νέος βασιλιάς της Θήβας μετά τον θάνατο του Λάιου, ο Κρέοντας που ήτανε αδελφός της Ιοκάστης, είπε πως όποιος σκότωνε τη Σφίγγα θα του έδινε σύζυγο την αδελφή του, τη χήρα του βασιλιά Λάιου και θα τον έκανε και βασιλιά της Θήβας. Έφτασε, λοιπόν, ο Οιδίποδας μπροστά στη Σφίγγα! Είχε ακούσει για αυτήν, μα όταν την είδε, φοβήθηκε πάρα πολύ.

– «Διαβάτη, για να σε αφήσω να περάσεις στην πόλη πρέπει να μου λύσεις ένα αίνιγμα που θα σου πω. Αλλιώς θα σε πνίξω και θα σε φάω».

Του είπε το αίνιγμα που διαβάσαμε παραπάνω και ….. περίμενε, έτοιμη να του ορμήσει.

Ο Οιδίποδας, σκέφτηκε και τέλος είπε:

– «Το βρήκα Σφίγγα. Είναι ο άνθρωπος. Που πρώτα περπατά με τα τέσσερα, επειδή είναι μωρό, όταν μεγαλώσει περπατά με τα δύο και όταν γεράσει κρατά μπαστούνι, άρα έχει τρία πόδια. Δεν μπορεί να τρέξει όταν περπατά με τα τέσσερα μωρό, κι όταν είναι γέρος. Ο άνθρωπος είναι που αλλάζει μορφή γιατί διαφορετικό είναι το πρόσωπό του όταν είναι μωρό, μετά μεγάλος, μετά γέρος».

Έπεσε και γκρεμίστηκε η Σφίγγα, σαν ήρωας μπήκε στη Θήβα ο φονιάς της ο Οιδίποδας. Που να ήξερε τι τον περίμενε;

Ο βασιλιάς Κρέοντας κράτησε τον λόγο του. Πάντρεψε τον Οιδίποδα με την χήρα Ιοκάστη και του έδωσε τον θρόνο. Η εκδίκηση της Ήρας προχωρούσε. Η τραγωδία συνέχιζε… Ο Οιδίποδας με γυναίκα του, την μητέρα του Ιοκάστη, έκανε τέσσερα παιδιά. 2 αγόρια, τον Ετεοκλή και τον Πολυνίκη και δύο κορίτσια, την Ισμήνη και την Αντιγόνη. όλα πήγαιναν καλά στην πόλη της Θήβας, μέχρις ότου άρχισαν να πεθαίνουν οι κάτοικοι από μια άγνωστη αρρώστια. Μεγάλο κακό και ο βασιλιάς Οιδίποδας ρώτησε το Μαντείο των Δελφών να του πει η Πυθία τι να κάνει να σώσει την πόλη του. Η Πυθία, είπε:

– «Βασιλιά Οιδίποδα στην πόλη της Θήβας ζει ένας αμαρτωλός άνθρωπος. Όσο μένει αυτός εκεί οι άνθρωποι θα πεθαίνουν».

Πώς να βρει τον αμαρτωλό της Θήβας ο Οιδίποδας;

Σε λίγες μέρες, τυχαία, συναντά το γέρο μάντη της πόλης, τον τυφλό Τειρεσία που πάνω σε μία δραματική συζήτηση θα του πει:

– «Εσύ Οιδίποδα είσαι ο αμαρτωλός» και επειδή σαν μάντης που ήτανε, ο Τειρεσίας, τα ήξερε όλα, του αποκάλυψε την τραγική αλήθεια….. Τι δράμα! Η Ιοκάστη από την ντροπή της αυτοκτονεί, ο Οιδίποδας θα τυφλωθεί και θα εγκαταλείψει την πόλη. Και τα παιδιά τους;

Τον θρόνο της Θήβας θα πάρει ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης ο οποίος ήθελε να γίνει εκείνος βασιλιάς, φεύγει από την πόλη της Θήβας και πηγαίνει στο Άργος να του δώσει στρατό ο βασιλιάς του Άργους, ο Άδραστος, για να εκστρατεύσει εναντίον της Θήβας. Και γυρίζει με στρατό πολύ, ο πόλεμος αρχίζει, η τραγωδία της οικογένειας του Λάιου στην κορύφωσή της……

Οι Θηβαίοι πολέμησαν γενναία, υπερασπιζόμενοι την πόλη τους και τον βασιλιά Ετεοκλή. Νικούσαν τον στρατό του Πολυνείκη, μα μια μέρα που ο Ετεοκλής είχε βγει έξω από τα τείχη της πόλης και κυνηγούσε τους εχθρούς του, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον αδελφό του Πολυνείκη. Τα δύο αδέλφια, φανατικοί τώρα εχθροί, τραβήξανε μαζί τα σπαθιά τους και πέσανε μαζί και οι δύο νεκροί….

Βασιλιάς της Θήβας θα γίνει και πάλι ο Κρέοντας, ο θείος των δύο νεκρών αδελφών και η διαταγή του θα είναι η εξής:

– «Ο Ετεοκλής θα ταφεί με όλες τις τιμές ήρωα, ενώ ο Πολυνείκης που είχε προδώσει την Θήβα θα έμενε άταφος να τον φάνε τα άγρια θηρία. Επίσης, όποιος τολμούσε να θάψει τον Πολυνείκη, θα τον έθαβαν κι αυτόν ζωντανό».

Οι δύο αδελφές, η Ισμήνη και η Αντιγόνη, έθαψαν τον Ετεοκλή μέσα σε βαθύ πόνο για τον χαμό του, αλλά που να πλησιάσουν τον νεκρό Πολυνείκη. Υπήρχε η διαταγή του θείου τους βασιλιά Κρέοντα.

Η Αντιγόνη ησυχία δεν έβρισκε όσο σκέπτονταν τον αγαπημένο της αδελφό Πολυνείκη να κείται νεκρός, έξω από τα τείχη της Θήβας, άταφος, να φάνε το νεκρό του κορμί τα θηρία. Ούτε ο πόλεμος που προκάλεσε ο Πολυνείκης, ούτε ο θάνατος του Ετεοκλή δεν την έκαναν να πάψει να αγαπά τον αδελφό της, να πιστεύει στους θεσμούς, όπως της οικογένειας.

Η Αντιγόνη βγήκε κρυφά από το παλάτι και τα τείχη της Θήβας κι έσκυψε με λυγμούς πάνω από το νεκρό κορμί του Πολυνείκη. Με σπαραγμό ψυχής κατάφερε ολομόναχη να τον θάψει. Ένας Θηβαίος, τυχαία, είδε το κορίτσι. Το είπε στον βασιλιά Κρέοντα κι αυτός που ήτανε καλός και δίκαιος μα και σκληρός, διέταξε να συλλάβουν την Αντιγόνη για να την δικάσει.

Μπροστά στο συμβούλιο των γερόντων της Θήβας, ρώτησε ο βασιλιάς Κρέοντας την ανιψιά του Αντιγόνη:

– «Γιατί παράκουσες, Αντιγόνη την εντολή μου και έθαψες τον Πολυνείκη που πρόδωσε τη Θήβα»;

– «Ο Πολυνείκης ήταν αδελφός μου όπως και ο Ετεοκλής κι είχα καθήκον να τον θάψω. Άκουσα την φωνή της καρδιάς μου», με θάρρος του απάντησε η Αντιγόνη. Σε θάνατο καταδικάστηκε από το Συμβούλιο Γερόντων και τον Κρέοντα η Αντιγόνη και την έκλεισαν ζωντανή σ’ ένα τάφο.

– «Κρέοντα, φέρθηκες πολύ σκληρά στην Αντιγόνη. Το μόνο της λάθος ήταν πως υπάκουσε στη φωνή της καρδιάς της. Λάθος έκανες, θα σε τιμωρήσουν οι θεοί», είπε μετά από λίγο ο τυφλός μάντης Τειρεσίας στον Κρέοντα.

Ο Κρέοντας ταράχτηκε από αυτά τα λόγια του σοφού μάντη Τειρεσία και έτρεξε στον τάφο να ελευθερώσει την Αντιγόνη. Αλίμονο! Ήταν αργά. η Αντιγόνη είχε η ίδια δώσει τέλος στη ζωή της. Η Αντιγόνη αυτοκτόνησε, το έμαθε ο αρραβωνιαστικός της ο Αίμωνας, γιός του Κρέοντα και αυτοκτόνησε με το σπαθί του, από τον μεγάλο του πόνο, μπροστά στον πατέρα του. Ο βασιλιάς Κρέοντας τιμωρήθηκε πολύ σκληρά, με αίμα και με δάκρυα. Μετά τον θάνατο του γιού του, έχασε και την αγαπημένη του γυναίκα που δεν άντεξε τόσο μεγάλο πόνο και ακολούθησε τον γιό της Αίμωνα.

Η Θεά Ήρα είχε πάρει την εκδίκησή της ………

Εδώ τελειώνει ο πιο τραγικός μύθος της αρχαίας Ελλάδας που μοναδικά μας περιγράφει ο ποιητής Σοφοκλής στις τραγωδίες του «Οιδίπους Τύραννος» και «Αντιγόνη».

Προσαρμογή για παιδιά

Τασσώ Γαΐλα   

Αρθρογράφος-Ερευνήτρια

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Γράψτε το σχόλιό σας
Παρακαλώ γράψτε το όνομά σας εδώ